Τρίτη, 19 Ιανουαρίου 2010

κουλτούρα του ελέγχου

Η ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ DAVID GARLAND “THE CULTURE OF CONTROL: CRIME AND SOCIAL ORDER IN CONTEMPORARY SOCIETY* του ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΛΙΓΚΑ
Εισαγωγή
Σε αυτήν τη μελέτη σκοπεύω να ασχοληθώ με ένα σημαντικό έργο που αποτέλεσε τομή στη θεωρητική εξέλιξη της επιστήμης της Εγκληματολογίας. Πρόκειται για το πρόσφατο έργο του Σκωτσέζου εγκληματολόγου David Garland (1955- ) “The culture of control: Crime and social order in contemporary society” το οποίο δημοσιεύθηκε το 2001. Λίγα χρόνια πρίν τη δημοσίευση του έργου του, ο Garland, αμφισβητώντας το ίδιο το αντικείμενο της Θετικιστικής Εγκληματολογίας υποστήριζε ότι “θεωρητικά, ο εγκληματίας δεν δικαιούται μιας δικής του ιδιαίτερης επιστήμης περισσότερο απ’ότι ο νομοταγής” (Garland 1985:3). Αρκετά χρόνια αργότερα ο Ιταλός θεωρητικός Dario Melossi υποστηρίζει στη βάση ενός διαφορετικού προβληματισμού που κινείται παρά ταύτα στο ίδιο μήκος κύματος ότι “τόσο ο επιστημονικός λόγος για το έγκλημα και τις μορφές διαχείρισής του, όσο και η αναπαράσταση του εγκληματία στο μυθοπλαστικό λόγο και τις εικόνες που διαμορφώνονται στην κοινή γνώμη, είναι θέματα δομικά καθορισμένα από το είδος και τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας στο πλαίσιο της οποίας παράγονται και αναπαράγονται αυτές οι εικόνες” (Melossi στο Κουκουτσάκη επιμ.1999). Τόσο στη μία, όσο και στην άλλη θέση αποτυπώνεται η κριτική τάση στην Εγκληματολογία κι ως εκ τούτου η μετατόπιση της θεωρητικής και αναλυτικής ματιάς από την παρεκκλίνουσα συμπεριφορά στους δομικά καθορισμένους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου που διέπουν τον σημασιολογικό ορίζοντα των σύγχρονων κοινωνιών. Με άλλους όρους, η σύλληψη των εννοιών του ‘εγκληματία’ και του ‘εγκλήματος’ ως οριοθετημένα, θετικά αντικείμενα επιστημονικής μελέτης τίθεται υπό αμφισβήτηση[1]. Το έργο του Garland “Culture of control” αποτελεί σύμφωνα με τον ίδιο το τρίτο στη σειρά μιας τριλογίας που ξεκινά με το “Punishment and welfare: A history of penal strategies” (1985), όπου προσεγγίζεται η ανάδυση του προνοιακού σχήματος ποινικής δικαιοσύνης στις αρχές του 20ου αιώνα και συνεχίζεται με το “Punishment and modern society: A study in social theory” (1990) που αποτελεί μια κοινωνικοθεωρητική ανάλυση των τιμωρητικών συστημάτων, όπου αναδεικνύονται οι πολιτικές και πολιτισμικές συνιστώσες των τιμωρητικών θεσμών. Tα αντικείμενα του έργου είναι η έννοια του ελέγχου του εγκλήματος και τα συστήματα ποινικής δικαιοσύνης στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ στις μορφές που μετεξελίχθηκαν και μετουσιώθηκαν κατά τη διάρκεια της τελευταίας τριακονταετίας του αιώνα που πέρασε. Ο Garland επιχειρεί να περιγράψει και στην συνέχεια να αναλύσει το σώμα των απαντήσεων, των προτάσεων και των λύσεων που κλήθηκε το κοινωνικό σώμα να δώσει απέναντι στο φαινόμενο του εγκλήματος. Ήδη από τον τίτλο του έργου ο αναγνώστης προετοιμάζεται να αντιμετωπίσει μια προσέγγιση που φέρει ως κεντρικό θεωρητικό εξοπλισμό την έννοια του πολιτισμού. Σε ένα σχετικό άρθρο που έπεται της συγγραφής αυτού του τόμου, ο Garland, αναφέρεται στις αναλυτικές δυνατότητες και τους περιορισμούς της έννοιας του πολιτισμού στη μελέτη των τιμωρητικών συστημάτων και της ποινικής δικαιοσύνης. Αυτό που προτείνει είναι μια εννοιολόγηση του πολιτισμού που κρατάει αποστάσεις τόσο από μια θεώρηση που θα υποστήριζε την υπέρ-οργανική ή υπερ-καθοριστική διάστασή του, όσο και από μια αντίστοιχη που θα προέκρινε τον πολιτισμό ως μια διάσταση ξέχωρη από το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Επιλέγει λοιπόν να ακολουθήσει εκείνη την θεωρητική οδό όπου το σημασιολογικό περιεχόμενο εμπλέκεται στο επίπεδο των πρακτικών, ενώ συγχρόνως οι πρακτικές αυτές αποτελούν τον τόπο όπου αναδύεται το νόημα (Garland 2006). Λίγο έως πολύ, αυτό είναι το σχήμα που ο Garland ακολουθεί στο “Culture of control”. Θεωρεί λοιπόν ότι ο έλεγχος του εγκλήματος και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν ένα σύμπλεγμα πρακτικών, θεσμών και νοηματοδοτήσεων που εκτείνονται “από την θεσμοθέτηση και εφαρμογή της ποινικής νομοθεσίας, μέχρι τη φροντίδα των πολιτών να κλειδώνουν τις πόρτες των σπιτιών τους” (Garland 2001:vii). Στη βάση αυτής της υπόθεσης ο Garland υιοθετεί από το χώρο της πολιτισμικής θεωρίας την έννοια του ‘πεδίου’ όπως την εισήγαγε στο χώρο της κοινωνικής θεωρίας ο Pierre Bourdieu. H έννοια του πεδίου ανταποκρίνεται σύμφωνα με τη θεωρία του Bourdieu στον κοινωνικό χώρο εντός του οποίου εισέρχονται τα δρώντα υποκείμενα για να διαπραγματευθούν την κοινωνική τους θέση σύμφωνα με τη σύνθεση του οικονομικού, πολιτιστικού, κοινωνικού και συμβολικού κεφαλαίου που διαθέτουν. Εντός αυτής της διαδικασίας αφενός συγκροτείται η δράση των υποκειμένων στη βάση δομικών καθορισμών και αφετέρου επιδιώκεται η μεγιστοποίηση του οφέλους και η αναδιάταξη των διαφορετικών μορφών κεφαλαίου (Bourdieu 2006[1980]) Το θεωρητικό μοντέλο του Bourdieu έχει θεωρηθεί κατάλληλο αναλυτικό εργαλείο και στον χώρο της Κοινωνικής Πολιτικής στην κοινωνιολογική προσέγγιση του κράτους πρόνοιας, επειδή ακριβώς τοποθετεί προνοιακές πρακτικές σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο ενώ την ίδια στιγμή μπορεί να συλλάβει την εσωτερική δυναμική αυτών των πρακτικών (Peillon 1996). Μεταφέροντας λοιπόν αυτό το σχήμα στο χώρο του ελέγχου του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης, ο Garland, στοχεύει να προσεγγίσει αυτό το σύμπλεγμα όπως το ονομάζει στην ολότητά του. Θέλει να αναδείξει τόσο τα δομικά στοιχεία που το συγκροτούν όσο και τις κοινωνικές και πολιτισμικές δυναμικές που παράγουν αυτά τα στοιχεία. Έτσι παρακολουθεί τους τρόπους με τους οποίους η αστυνόμευση, ο θεσμός της φυλακής, η τιμωρητικότητα, η εγκληματολογική θεωρία, η πρόληψη του εγκλήματος, οι πολιτικές του ποινικού, οι ιδιωτικές μορφές προστασίας και ασφάλειας, οι προσεγγίσεις του θύματος ως στοιχεία του πεδίου του ελέγχου του εγκλήματος με συγκεκριμένους φορείς – θεσμούς ή υποκείμενα - αλληλοδρούν και αλληλοκαθορίζονται κατά τη διαδικασία συγκρότησης αυτού του πεδίου.
Ο πολιτισμός του ελέγχου: Σημασιολογικές βάσεις και κοινωνική πραγμάτωση
Ο έλεγχος του εγκλήματος και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης αποτελούν σύμφωνα με τον Garland οργανωτικά συστήματα με πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Ως εκ τούτου πρέπει λοιπόν να ανιχνευθούν οι πολιτισμικές τους βάσεις κι οι τρόποι που αυτά πραγματώνονται παίρνοντας κοινωνική μορφή. Ο Garland θεωρεί την άφιξη του ιστορικού σταδίου της ύστερης νεωτερικότητας στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ως το κομβικό σημείο για τις κοινωνίες της Μ. Βρετανίας και των ΗΠΑ. Εκεί εντοπίζεται ένα νέο σώμα εννοιολογήσεων του ρίσκου, του κινδύνου, της ανασφάλειας και του ελέγχου που έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των τρόπων που αυτές οι κοινωνίες ανταποκρίθηκαν στο φαινόμενο του εγκλήματος. Κατά τη διάρκεια της ανάλυσης αντιπαρατίθενται οι σύγχρονες πολιτικές και πρακτικές με αυτές που ίσχυαν μέχρι περίπου το 1970, ενώ επισημαίνονται τέλος οι τρόποι με τους οποίους οι σημερινές πρακτικές αναπαράγουν εν είδει μιας πολιτισμικής αντιστροφής συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής τάξης. Σε αυτή τη διαδικασία διακρίνονται τόσο ο ρόλος των νέων μορφών κοινωνικής οργάνωσης στην ύστερη νεωτερικότητα, όσο και αυτός της ελεύθερης αγοράς και των συντηρητικών πολιτικών προγραμμάτων που κυριαρχούν στις δύο χώρες από το 1980 και μετά. Ο Garland δεν περιορίζεται όμως στην εξέταση του τρόπου με τον οποίο αυτοί οι μετασχηματισμοί επηρρέασαν αυτό θα ονομάζαμε ‘έλεγχος του εγκλήματος’, αλλά περιγράφει τις διαδικασίες μετασχηματισμού ολόκληρου του συγκεκριμένου πεδίου όπως οριοθετήθηκε. Τα ερωτήματα που τίθενται διαπερνούν θεσμούς, φορείς και υποκείμενα προσπαθώντας να ανιχνεύσουν στρατηγικές, λειτουργίες και πρότυπα λειτουργιών στη μικρο-κλίμακα, στην καθημερινή βάση λειτουργίας των εμπλεκομένων φορέων και κρατικών υπηρεσιών, προσπάθειες προσαρμογής στις νέες κοινωνικές συνθήκες που αναδύονται και εκ νέου εννοιολογήσεων του εγκλήματος και του εγκληματία. Εάν λοιπόν οι δομές της ποινικής δικαιοσύνης άλλαξαν κατά το διάστημα που εξετάζει ο Garland αυτό οφείλεται περισσότερο σε μια σύνθετη σημασιοδοτική μετατόπιση όσον αφορά τους όρους σύλληψης του φαινομένου του εγκλήματος. Το κεντρικό ερώτημα λοιπόν διαμορφώνεται ως εξής: Πώς αυτός ο νέος πολιτισμός του ελέγχου του οποίου την ύπαρξη διαπιστώνουμε σήμερα συναρθρώνεται – παρά βρίσκεται σε μια σχέση αιτίου-αιτιατού – με κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές που χαρακτηρίζουν την βρετανική και την αμερικάνικη κοινωνία; Εδώ θα κάνω μια μικρή θωρητική παρέκβαση για να υποστηρίξω ότι η πολιτισμική προσέγγιση του Garland όπως διατυπώνεται καταστατικά φαίνεται να συνομιλεί με μια θεωρητική γραμμή της αμερικάνικης συμβολικής ανθρωπολογίας σύμφωνα με την οποία το πολιτισμικό στοιχείο δεν εγκλωβίζεται ούτε στην εμπειρία του υποκειμένου ούτε στις ιδεατές εννοιολογήσεις του, αλλά αναδεικνύει ακριβώς την κοινωνική συνθήκη των δυνατοτήτων τόσο του πρώτου, όσο και των δεύτερων (Sahlins 2003[1976]:43). H υπόθεση αυτή ενισχύεται από την σαφή πρόθεση του Garland να αποδείξει ότι το πολιτισμικό πλαίσιο του ελέγχου του εγκλήματος δεν αποτελεί παρά μια - μεταξύ άλλων - δυνατότητα που επιλέχθηκε. Σε αυτό ίσως το σημείο εντοπίζεται η βασική διαφορά της προσέγγισης του Garland από αυτήν του Foucault. Όπως έχει υποστηρίξει στο παρελθόν ο Garland σχετικά με την φουκωική προσέγγιση των τιμωρητικών συστημάτων “θα πρέπει [σύμφωνα με τον Foucault] πρώτα να αποδεχθούμε την αδιαμφισβήτητη σχέση μεταξύ εξουσίας και τιμωρίας, ώστε να προσεγγίσουμε την τιμωρία ως το μέσον για τον έλεγχο του υποκειμένου κι ως εκ τούτου ολόκληρου του πολιτικού σώματος. [Να προσεγγίσουμε δηλαδή αυτό το σχήμα] όχι στη βάση μιας υπόθεσης προς εξέταση, αλλά ως προϋπόθεση που μας καλεί να δούμε πώς αυτό λειτουργεί” (Garland 1986:872-873). Ο πολιτισμός του ελέγχου ή με άλλους όρους η πολιτική του ‘Νόμου και της Τάξης’ που σήμερα θεωρούμε δεδομένη αποτελούσε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 σύμφωνα με τον Garland την πιο ανέλπιστη και απρόβλεπτη εξέλιξη στο πεδίο του ελέγχου του εγκλήματος τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Μ. Βρετανία. Το ‘προνοιακό ποινικό σχήμα’ που κυριαρχούσε από το 1890 μέχρι περίπου το 1970 κλονίζεται εκείνην την εποχή συθέμελα. Στα ερωτήματα του εντοπισμού των συγκυριών εκείνων που οδήγησαν σε αυτό, των λόγων που ευθύνονται για τη διάρρηξη του εννοιολογικού και σημασιολογικού ιστού που συγκρατούσε ένα σύστημα ποινικής δικαιοσύνης και των τρόπων με τους οποίους ένα ολόκληρο διανοητικό πλέγμα αποδιαρθρώθηκε ο Garland αναζητά τις απαντήσεις “σε έναν γενεαλογικό απολογισμό ενός κοινωνικού πεδίου ως διακριτού μικρόκοσμου με το δικό του επιστημολογικό κεφάλαιο” (Garland 2001:1). Παρουσιάζει δηλαδή τους βασικούς αξιακούς προσανατολισμούς και τις δομικές συνιστώσες του προνοιακού ποινικού σχήματος, στη συνέχεια τους πολιτισμικούς και κοινωνικούς όρους της κρίσης του και τέλος εντοπίζει τα βασικά χαρακτηριστικά και τη δυναμική του νέου πολιτισμού του ελέγχου. Στο μεθοδολογικό επίπεδο ο Garland επιλέγει να αναφερθεί στους βασικούς μετασχηματισμούς που παρατηρούνται στο χώρο του ποινικού ελέγχου και της ποινικής δικαιοσύνης στις αρχές της δεκαετίας του 1970 οι οποίοι δικαιολογούν και νομιμοποιούν την επιλογή του να επιλέξει την συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ως το κομβικό σημείο, τον τόπο όπου πρέπει να αναζητηθούν οι απαντήσεις στον κεντρικό του προβληματισμό. Οι μετασχηματισμοί αυτοί είναι σύμφωνα με τον Garland οι εξής:
α) Η παρακμή του αναμορφωτικού, συμπεριληπτικού ιδεώδους του προνοιακού σχήματος. Την θέση του αναμορφωτικού χαρακτήρα των προνοιακών πρακτικών παίρνουν η διαχείριση του κινδύνου και ο αποκλεισμός του εγκληματία από το κοινωνικό σώμα.
β) Η επανεμφάνιση του τιμωρητικού ιδεώδους και των εκφραστικών μορφών απονομής δικαιοσύνης. Δίνεται έμφαση στη σκληρή, ‘παραδειγματική’ ποινή και στις επικοινωνιακές και συμβολικές διαστάσεις της σε συνδυασμό με την όλο και πιο συχνή επίκληση του ‘εξοργισμένου κοινωνικού σώματος’. γ) Η αλλαγή του θυμικού τόνου που συνοδεύει τις πολιτικές για το έγκλημα. Οι υψηλοί δείκτες παραβατικής συμπεριφοράς χρησιμοποιούνται στις επιλεγμένες πολιτικές για να τρφοδοτήσουν το κοινωνικό σώμα με το αίσθημα μιας γενικευμένης ανασφάλειας. Το προνοιακό πρόταγμα εμβολιάζεται με τον φόβο του εγκλήματος ως μέγιστη κοινωνική απειλή. Η προνοιακή αναπαράσταση του παρεκκλίνοντος ως αναξιοπαθούντος υποκειμένου σε κατάσταση ανάγκης υποχωρεί. δ) Η επιστροφή του θύματος. Τα θύματα των εγκληματικών πράξεων τραβούν τα φώτα της δημοσιότητας και συνδέονται μετωνυμικά με το ‘κοινό καλό’ που απειλείται, και ως εκ τούτου, με το συλλογικό πρόβλημα ασφάλειας. ε) Απώτερο στόχο αποτελεί πλέον η προστασία της κοινωνίας. Δίνεται έμφαση στην ανάγκη για ασφάλεια και στον εντοπισμό και διαχείριση κάθε είδους ρίσκου.
στ) Νέες μορφές πολιτικοποίησης του εγκλήματος. Οι αντεγκληματικές πολιτικές αποτελούν πλέον σημαντικό κομμάτι των προεκλογικών αναταγωνισμών. Έρχεται στην επιφάνεια η φωνή της ‘κοινής λογικής’ ενώ την ίδια στιγμή αποδυναμώνεται η φωνή των ειδικών του παρελθόντος. Συγκροτείται κλίμα συναίνεσης για μέτρα ποινικής διαχείρισης που είναι σκληρά, αποδοτικά, άμεσα και δημοφιλή. ζ) Η επανεπινόηση της φυλακής. Η φυλακή θεωρείτο μεταπολεμικά σε μεγάλο βαθμό ένας προβληματικός θεσμός. Τα ποσοστά εγκλεισμού σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία έβαιναν μειούμενα σε σχέση με αυτά των καταγεγραμμένων εγκλημάτων. Το προνοιακό σχήμα συνηγορούσε προς την κατεύθυνση ανεύρεσης εναλλακτικών ποινών (χρηματικά πρόστιμα, αναστολή κλπ). Τα χρόνια που μεσολαβούν μεταξύ του 1973 και του 1997 δείχνουν ότι αυτή η κατέυθυνση έχει αντιστραφεί. Το ποσοστό αύξησης εγκλεισμού φθάνει στις ΗΠΑ το 500%.
η) Ο μετασχηματισμός της εγκληματολογικής σκέψης. Κατά την μεταπολεμική περίοδο μεσουρανούσαν οι ψυχολογικές θεωρίες, οι θεωρίες των υποδεέστερων ομάδων, οι έννοιες της ανομίας και της αλλοτρίωσης. Μετά τις αρχές της δεκαετίας του 1970 κυριαρχούν οι θεωρίες του ελέγχου. Οι εγκληματολογικές θεωρίες στο πλαίσιο του προνοιακού σχήματος είχαν ως αξίωμα την τελειότητα του ανθρώπου. Οι εγκληματολογικές θεωρίες του ελέγχου έχουν ως αξίωμα την ωφελιμιστική φύση του ανθρώπου που πρέπει να κατασταλεί. Κυριαρχεί η πεποίθηση ότι οι εγκληματικές ενέργειες θα λάβουν χώρα εάν μειωθεί η ένταση του ελέγχου ανεξάρτητα από την παραβατική προδιάθεση συγκεκριμένων υποκειμένων. Η προσοχή κι ο έλεγχος εστιάζονται σε ρουτίνες διάδρασης μεταξύ ατόμων κι όχι σε συγκεκριμένα υποκείμενα.
θ) Διεύρυνση της υποδομής πρόληψης και ασφάλειας στο επίπεδο της κοινότητας με αντίστοιχο συντονισμό των δραστηριοτήτων και πρακτικών προς την κατεύθυνση της μείωσης της βλάβης και του φόβου. ι) Εμπορευματοποίηση του ‘φόβου’ και της ‘ασφάλειας’. Γιγαντώνεται μια βιομηχανία παραγωγής προιόντων και υπηρεσιών ασφάλειας. Όλο και περισσότερες επιχειρήσεις και νοικοκυριά επενδύουν όλο και μεγαλύτερα ποσά σε αυτόν τον τομέα.
κ) Εμφάνιση νέων διαχειριστικών μοντέλων και πρακτικών στο θεσμικό επίπεδο. Η αστυνομία μετατρέπεται από δύναμη που καταπολεμά το έγκλημα σε υπηρεσία μείωσης του αισθήματος του φόβου. Η φυλακή μετατρέπεται από χώρος αναμόρφωσης σε χώρος καθολικού αποκλεισμού. Οι υπηρεσίες αναστολών ανταλλάσσουν το ήθος του κοινωνικού έργου με τη διαχείριση του ρίσκου. Οι καταδικαστικές διαδικασίες μεταμορφώνονται από μια τέχνη προσωποποιημένων προσεγγίσεων σε μηχανιστικές εφαρμογές ποινικών κατευθυντήριων γραμμών. Δίνεται πλέον έμφαση στην επιχειρηματική-οικονομίστικη διάσταση της διαχείρισης του εγκλήματος με τη μορφή ισολογισμών ‘κόστους-αποτελέσματος’.
Στο πλαίσιο αυτών των μετασχηματισμών εγγράφονται οι πρακτικές των εμπλεκόμενων θεσμών και υποκειμένων. Αυτό που απασχολεί τον Garland δεν είναι να επιλέξει ανάμεσα σε θεωρίες που κατά τη γνώμη του ρίχνουν φως σε κάποιες από τις διαστάσεις του νέου πεδίου, αλλά να δείξει πώς οι κοινωνικές τάσεις που συγκροτούνται από αυτά τα φαινόμενα μεταφέρονται και μεταφράζονται στα συμφραζόμενα του πεδίου· πώς αυτοί οι μετασχηματισμοί συγκροτούν νέες κατηγορίες σύλληψης των εννοιών του εγκλήματος και του εγκληματία και συνομιλούν με το ευρύτερο πολιτισμικό μήκος κύματος. Για να επιτύχει ο Garland αυτόν τον διπλό σκοπό ανατρέχει πρώτα στους αξιακούς προσανατολισμούς του κράτους πρόνοιας και στη συνέχεια στην ανατροπή τους και αντικατάστασή τους με διαφορετικούς σημασιολογικούς ορίζοντες.
Το αξιακό πλαίσιο του προνοιακού σχήματος, η κρίση του και η άνοδος του πολιτισμού του ελέγχου. Το προνοιακό κράτος ήταν αυτό που θεώρησε ότι η γενικευμένη ευημερία θα επέφερε και την μείωση της εγκληματικότητας. Θα έπρεπε λοιπόν να είναι υπεύθυνο για τη φροντίδα, αλλά και τον έλεγχο των παραβατών, την αναμόρφωση, αλλά και τον περιορισμό τους, την ευημερία, αλλά και την τιμωρία. Ο παραβάτης είναι συγχρόνως υποκείμενο με ανάγκη φροντίδας, αλλά και αντικείμενο καταλογισμού ενοχής. Η αναμορφωτική εγκληματολογία και οι θεσμοί του προνοιακού κράτους για το έγκλημα εντόπιζαν ως πρόβλημα τον αποσυντονισμένο παρεκκλίνοντα και ως λύση την «επιδιόρθωσή» του. Ο παραβάτης δεν ήταν πλέον μια παθολογική περίπτωση αποστερητικών συνδρόμων όπως αυτά της ορφάνιας ή της ελλειπούς γονεϊκής φροντίδας, αλλά αυτός που έμεινε ‘κάτω από το τραίνο της οικονομικής ευημερίας’. Αυτός που χρειάζεται παροχή φροντίδας και νόμιμων οδών και τρόπων κοινωνικής ανέλιξης. Το προνοιακό κράτος προϋπέθετε τόσο την δυνατότητα, όσο και την επιθυμία για επανένταξη στο πρόγραμμα ευημερίας κι έτσι έστρεψε την προσοχή του στην κοινωνική αναμόρφωση και την δημόσια, επαγγελματική παροχή υπηρεσιών με αυτόν τον σκοπό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Garland, “εάν για τα ευρωπαϊκά κράτη της πρώϊμης νεωτερικότητας επρόκειτο για ένα χομπεσσιανό πρόβλημα κοινωνικής ευταξίας, για το προνοιακό κράτος επρόκειτο για ένα μαρξιστικό πρόβλημα κοινωνικών ανισοτήτων” (Garland 2001:45). Οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις ήταν άλλωστε αυτές που επαναδραματοποίησαν την οικονομική σύγκρουση. Αρκεί να αναλογισθούμε τον θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, την κλιμακωτή-αναλογική φορολόγηση, την εγγυημένη σύνταξη, την παροχή δημόσιας στέγης στους οικονομικά αδύναμους, τα συστήματα υγείας και παιδείας, τις δημόσιες επενδύσεις, το στόχο των προϋπολογισμών για οικονομική σταθερότητα. Το κυρίαρχο πνεύμα των πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών ήταν αυτό της αλληλεγγύης και της ένταξης. Το έγκλημα, η υγεία, η μόρφωση, η εργασία, η φτώχεια και η οικογένεια αποτελούσαν κοινωνικά θέματα και προβλήματα, με κοινωνικά αίτια ή κοινωνικές συνιστώσες που προσεγγίζονται ή επιλύονται με κοινωνικές τεχνικές. Το έγκλημα δεν αποτελούσε απειλή, αλλά ένα δυσάρεστο κατάλοιπο. Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 παρατηρούνται παρατηρούνται σημαντικές αλλαγές τόσο στην ποινική νομοθεσία, όσο και στον επιστημονικό και πολιτικό λόγο περί εγκλήματος. Το σύστημα φαίνεται να δέχεται επίθεση από παντού. Οι πρώτες και πιο ισχυρές κριτικές όπως υποστηρίζει ο Garland ήρθαν ‘από τα μέσα’, ενώ με τη σειρά του αυτό ο λόγος συναρθρώθηκε με διαφορετικά δομικά σχήματα, διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και πολιτισμικές εμπειρίες. Οι κριτικές αυτές προσέγγισαν το φαινόμενο της αύξησης της εγκληματικότητας που παρατηρείται κατά την ίδια περίοδο ως δείγμα ανεπάρκειας του προνοιακού σχήματος. Στο σύστημα καταλογίστηκε η κατηγορία του πατερναλισμού και της υποκρισίας. Οι κριτικές αυτές δημιούργησαν κλίμα δυσπιστίας του κοινωνικού σώματος προς την κρατική εξουσία κι οδήγησαν σε μηδενιστικές αποφάνσεις του τύπου ‘Τίποτα δεν λειτουργεί;’. Το προνοιακό μοντέλο αποκαλείται σύντομα ‘Το αποτυχημένο μοντέλο’. Ξαφνικά δημιουργείται σύμφωνα με τον Garland ένα ιδεολογικό κενό και αντί αυτό το κομβικό σημείο να αποτελέσει αφετηρία προβληματισμών και αναδιαρθρώσεων, σηματοδότησε αντίθετα την αρχή της κατάρρευσης του προνοιακού σχήματος. Πώς όμως αυτή η κριτική ήταν τόσο ριζοσπαστικά αποτελεσματική; Πώς μπόρεσε να προκαλέσει την ανατροπή ενός θεσμικού οικοδομήματος; Ο Garland υποστηρίζει ότι κριτικές υπήρχαν πάντα και παντού. Είναι όμως η παρουσία των κατάλληλων θεσμικών και πολιτισμικών συμφραζομένων που τις αναδεικνύουν και τους προσδίδουν τον ανατρεπτικό τους χαρακτήρα. Οι νέοι εγκληματολόγοι του κριτικού ρεύματος της δεκαετίας του 1960 ασκώντας κριτική στο προνοιακό σχήμα κατέστησαν το έγκλημα ως μια λίγο-πολύ φυσιολογική, καθημερινή κατάσταση. Η ‘θεωρία της ετικέτας’ του Becker ή οι ‘ηθικοί πανικοί’ του Stan Cohen εγκλείουν στη συλλογιστική τους σύμφωνα με τον Garland την υπόθεση ότι το έγκλημα είναι κάτι που ‘όλοι μπορούν να το κάνουν’. Κατά τη δεκαετία του 1960 που υποστηρίζονταν όμως αυτές οι θέσεις δεν υπήρχε γόνιμο έδαφος για την ανάδειξη πολιτικών έντασης ασφάλειας και ελέγχου. Σε αυτό συνηγορεί και η άποψη του Melossi που κατατάσσει την συγκεκριμένη περίοδο σε αυτές που χαρακτηρίζονται από πλουραλιστικές και πειραματικές διαθέσεις όσον αφορά το κοινωνικό γίγνεσθαι (Melossi στο Koυκουτσάκη επιμ. 1999:21). H ελευθερία της έκφρασης ήταν το κυρίαρχο σύνθημα. Οι πολιτικές συνέπειες αυτών των εγχειρημάτων οδήγησαν όμως σε αντίθετα αποτελέσματα: Εξώθησαν το προνοιακό σύστημα στα όριά του δημιουργώντας την αίσθηση της αποτυχίας στην εκπλήρωση της υπόσχεσής του για ίσες ευκαιρίες, κοινωνική δικαιοσύνη, ατομική ελευθερία και πολιτικά δικαιώματα για όλους. Οι νέοι επιστήμονες μελετούσαν το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης με μέτρο τις δικές τους ριζοσπαστικές ιδέες, κι όχι την απόσταση που έχει διανυθεί από τον τιμωρητικό χαρακτήρα των συστημάτων του πρόσφατου παρελθόντος. Ο Garland θέτει βέβαια εδώ το εύλογο ερώτημα: ‘Γιατί ερμηνεύθηκαν όλα αυτά ως αποτυχία ενός θεωρητικού σχήματος κι όχι σαν κάτι λιγότερο βαθύ και δομικό;’ Αυτό έγινε σύμφωνα με τον Garland γιατί οι κριτικές αυτές εξακτινώθηκαν σε διαφορετικές, απρόβλεπτες διαστάσεις. Πήραν τη μορφή αντίδρασης απέναντι στην ουτοπική ιδέα της κοινωνικής μηχανικής, την πεποίθηση περί της τελειότητας του ανθρώπου· το ορθολογικό πρόταγμα του Διαφωτισμού με άλλους όρους. Οι αντιδράσεις αυτές συναρθρώθηκαν με τη σειρά τους με την επιθυμία κάθαρσης από τα αδιέξοδα και τις εσωτερικές συγκρούσεις του συστήματος, τον εξωπραγματικά αισιόδοξο και φιλόδοξο χαρακτήρα του, το εκρηκτικό μίγμα υψηλών προσδοκιών και απογοητευτικών αποτελεσμάτων. Αυτό που αμφισβητήθηκε δεν ήταν η αποτελεσματικότητα συγκεκριμένων πολιτικών, αλλά η δυνατότητα του κράτους να αναλαμβάνει προνοιακό ρόλο. Οι δρόμοι που ανοίχτηκαν για νέους σημασιολογικούς συνδυασμούς και ανατροπές βρίσκονταν εκτός του ορίζοντα των επιθυμιών αυτού του κριτικού ρεύματος. Το θεωρητικό πρόγραμμα αυτών των κριτικών τάσεων προσγειώθηκε σε ένα διαφορετικό πολιτικό και πολιτισμικό περιβάλλον και η αποδιάρθρωση του προνοιακού σχήματος συνεχίστηκε στο πλαίσιο συντηρητικών πολιτικών νοοτροπιών που ανέδειξαν τις πρώτες τάσεις για τη συγκρότηση μιας περισσότερο αποκλειστικής κοινωνίας. Το νέο πεδίο του ελέγχου του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης δεν διαμορφώνεται σύμφωνα με τον Garland από το κριτικό πνεύμα, αλλά από τον χαρακτήρα της ύστερης νεωτρικής κοινωνίας. Στο έδαφος που προσγειώθηκε το σημασιολογικό περιεχόμενο της κριτικής και της ‘κρίσης’ του προνοιακού σχήματος, η εμπειρία της ύφεσης του 1929 και του β’ παγκοσμίου πολέμου που απετέλεσαν τις βάσεις του προνοιακού κράτους αποτελούσαν μια μακρινή ιστορική ανάμνηση. Κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1970 κι όσο αυτή η συλλογική μνήμη θάμπωνε, το κράτος θεωρείτο για πολλούς το πρόβλημα, παρά η λύση. Η δυναμική του καπιταλισμού και της ελεύθερης αγοράς στο πλαίσιο των τεχνολογικών επιτευγμάτων στις μεταφορές και τα συστήματα επικοινωνίας, η αναδιάρθρωση της οικογένειας, οι αλλαγές στο αστικό και περιαστικό περιβάλλον συνδέθηκαν με το πεδίο του εγκλήματος δημιούργησαν σύμφωνα με τον Garland νέες ‘ευκαιρίες παραβατικής συμπεριφοτράς’, διάχυση του πληθυσμού στον ‘ανώνυμο’ χώρο, αύξηση του πληθυσμού σε κατάσταση κινδύνου, αποδυνάμωση μορφών ελέγχου μέσω της οικογένειας ή της κοινότητας. Η εργασιακή ηθική έχασε τη γοητεία της και η ιδέα ενός ηθικού consensus δυναμιτίζεται οδηγώντας στην πεποίθηση ότι δεν θα έπρεπε μα είναι οι κρατικοί λειτουργοί αυτοί που πρέπει να επιδιορθώνουν την παρέκκλιση. Ως εκ τούτου το προνοιακό μοντέλο φαντάζει αυταρχικό. Δημιουργείται μια αρνητική δυναμική από το ίδιο ακριβώς υλικό που δόμησε το προνοιακό κάτος. Οι θεσμοί που φροντίζουν να διαχέουν παροχές προς κάλυψη των αναγκών του πληθυσμού κατέληξαν να φαίνονται μπλεγμένοι σε ένα γαϊτανάκι ανακάλυψης όλο και περισότερων ανεκπλήρωτων αναγκών. Το σύστημα φαίνεται σα να αυτοακυρώνεται. Οι προνοιακοί προϋπολογισμοί γίνονταν ολοένα και πιο απαιτητικοί, ολοένα και πιο ανεπαρκείς. Οι άνθρωποι είχαν την τάση να στηρίζονται και να περιμένουν όλο και περισσότερα από το σύστημα. Το επίπεδο των παροχών κατά τη δεκαετία του 1960 ξεπέρασε ακόμη και την πιο τόλμηρη φαντασία των Roosevelt και Βeveridge, των πρωττεργατών του προνοιακού κράτους σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία. Η μεσαία τάξη μπορούσε πλέον να ικανοποιήσει τις ανάγκες της καλύτερα στην αναδιαρθρωμένη και εξελιγμένη μορφή της ελεύθερης αγοράς παρά στο προνοιακό σύστημα. Μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973, η μεσαία τάξη, κλονισμένη από την οικονομική συγκυρία άρχισε να αποσύρει την εκλογική της στήριξη στις προνοιακές κυβερνήσεις και σιγά-σιγά συγκροτείται η πεποίθηση ότι το κράτος πρόνοιας δεν λειτουργεί πιά προς όφελός της. Η ίδια αυτή τάξη των μορφωμένων αστών και η κουλτούρα της είχαν στηρίξει το προνοιακό κράτος. Τα μέλη της επωφελούνταν από αυτό, διακρίνονταν πολιτισμικά από τις υπόλοιπες ομάδες, ζούσαν οικονομικά άνετα, μακριά από το έγκλημα. Όταν το πνεύμα του προνοιακού κράτους εξέπνεε η τάξη αυτή ήταν ήδη διαιρεμένη εσωτερικά, γεγονός που είχε προκαλέσει η ίδια η κριτική της διάθεση. Οι νέες οικονομικές και κοινωνικές ανακατατάξεις που οδήγησαν στην άνοδο του δείκτη της εγκληματικότητας έφερε τη μεσαία τάξη σε επαφή με το ‘πραγματικό’ έγκλημα, μετατρέποντάς την όχι μόνο σε θύμα εγκληματικών πράξεων, αλλά και θύμα του ‘μεγάλου κράτους’ και των προνοιακών κονδυλίων για τη στήριξη των αναξιοπαθούντων Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 αναλαμβάνουν τα ηνία κυβερνητικά σχήματα που στηρίζουν τα προγράμματά τους σε φόρμες που είναι ιδιαίτερα εχθρικές απέναντι στο κράτος πρόνοιας, την επιτρεπτική κουλτούρα της δεκαετίας του 1960 και των πολιτικών της συναίνεσης που είχαν τον πρώτο λόγο στα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτά τα πολιτικά προγράμματα συναρθρώθηκαν με το κλίμα της γενικής δυσαρέσκειας κάνοντας επίκληση στον κοινωνικό συντηρητισμό των ‘σκληρά εργαζόμενων’ πολιτών, δηλαδή την πλειοψηφική μερίδα της λευκής μεσαίας τάξης. Τα νέα συνθήματα είναι: ‘Αντιστρέψτε την επανάσταση των δικαιωμάτων’, ‘Αναδιπλώστε το προνοιακό ιδεώδες’. Οι μηχανισμοί της αγοράς ήταν αυτοί που θα επανεγκαθιδρύσουν την οικονομική ευημερία που χάθηκε εξαιτίας του σπάταλου προνοιακού κράτους. Έτσι, καθιερώνεται το μοντέλο του ‘επιχειρηματικού πολιτισμού’ του οποίου οι αξιακές συνιστώσες είναι αυτές του δογματισμού της αγοράς, της πίστης στην ανταγωνιστικότητα, των επωφελών πλευρών της ανισότητας. Όπως χαρακτηριστικά υποστηρίζει ο Garland οι κοινωνίες των ΗΠΑ και της Μ. Βρετανίας “περνούν από το σχήμα του οικονομικού ελέγχου και της κοινωνικής χειραφέτηση σε αυτό της οικονομικής χειραφέτησης και του κοινωνικού ελέγχου…Δεν πρόκειται λοιπόν πλέον για ένα ντυρκεμιανό πρόβλημα αλληλεγγύης, αλλά για ένα χομπεσσιανό κοινωνικής ευταξίας” (Garland 2001:100). Τo πεδίο του εγκλήματος ευθυγραμμίζεται δομικά λοιπόν σύμφωνα με αυτόν τον πολιτισμικό άξονα: Δεν μπορούμε να αλλάξουμε τις φυσικές προδιαθέσεις των ανθρώπων, αλλά μπορούμε να επανασχεδιάσουμε τα πράγματα. Δεν χρησιμεύει σε τίποτα η κατανόηση του εγκληματία, παρά μόνο η καταδίκη του. Αυτό που πρέπει να γίνει είναι να ‘κλείσουν οι πύλες’ κι όχι να αλλάξει η στάση των ανθρώπων. Ο Garland υποστηρίζει ότι ο σημερινός κόσμος του ελέγχου του εγκλήματος και της ποινικής δικαιοσύνης δεν ήρθε ως αποτέλεσμα της αύξησης του εγκλήματος ή της απώλειας πίστης στο προνοιακό κράτος. Αυτοί ήταν κάποιοι από τους λόγους. Πρόκειται για μια επιλεγμένη απόκριση που έχει τις ρίζες της στον πολιτισμικό σχηματισμό του συμπλέγματος για το έγκλημα κατά τα τελευταία 20 χρόνια. Αυτός ο σχηματισμός έχει περισσότερο αποκλειστικός παρά συμπεριληπτικό και αλληλέγγυο χαρκτήρα, προτιμά τον κοινωνικό έλεγχο παρά την φροντίδα, προτιμά τις ατομικές ελευθερίες που προσφέρει η αγορά παρά αυτές του δικαιώματος του πολίτη. Η κοινωνική απελευθέρωση της δεκαετίας του 1960 και η οικονομική της δεκαετίας του 1980 πληρώνονται τώρα με το νόμισμα του κοινωνικού ελέγχου και της ποινικής καταπίεσης.
Βιβλιογραφία
Bourdieu Pierre 2006 [1980]. H αίσθηση της πρακτικής. Αθήνα. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια
Garland David 1985. “The criminal and his science. A critical account of the formation of criminology at the end of the nineteenth century” British Lournal of criminology Vol.25(2)
-------------------- 1985. Punishment and welfare: A history of penal strategies Aldershot. Gower
-------------------- 1986. “Foucault’s ‘Discipline and punish’-An exposition and critique” American Bar Foundation research Journal Vol.11, No.4 (Autumn 1986) pp. 847-880
-------------------- 1990. Punishment and modern society: A study in social theory Oxford. Oxford University Press.
--------------------- 2001. The culture of control: Crime and social order in contemporary society Oxford. Oxford University Press
--------------------- 2006. “Concepts of culture in the sociology of punishment” Theoretical criminology 2006, 10, 419
Melossi Dario 1999. “H κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία” σελ. 21-59 στο Κουκουτσάκη Αφροδίτη Εικόνες εγκλήματος Αθήνα. Αφροδίτη Κουκουτσάκη & Εκδόσεις Πλέθρον Peillon Michel 1996. “Bourdieu’s field and the sociology of welfare” Journal of social policy, 27, 2, pp. 213-229 Sahlins Marshall 2003[1976]. Πολιτισμός και πρακτικός λόγος Αθήνα. Εκδόσεις του εικοστού πρώτου
[1] Οι κριτικές εγκληματολογικές θεωρίες εντοπίζονται βέβαια ήδη κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, δηλαδή αρκετά νωρίτερα από τις επισημάνσεις των Garland και Μelossi. Αναφέρονται και σχολιάζονται εδώ σε ενεστωτικό χρόνο για τον λόγο ότι οι προβληματισμοί του Garland στο έργο που θα μας απασχολήσει συνομιλούν σε έναν μεγάλο βαθμό με τις θεωρητικές προεκτάσεις αυτών των θεωριών, καθώς και τα πολιτισμικά συμφραζόμενα και παρεπόμενα που τις συνόδευσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου