Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

προσωρινή κράτηση. η στόχευση του χρόνου

Κάποιες σκέψεις με αφορμή την προσωρινή κράτηση του Θοδωρή Ηλιόπουλου

«Η Ελλάδα έχει ένα απαράδεκτο ρεκόρ στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σχεδόν το 1/3 των κρατουμένων στις φυλακές δεν είναι καταδικασμένοι, αλλά προσωρινά κρατούμενοι. Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί. Δεν μπορούμε να έχουμε τετραπλάσια αναλογία από το μέσο ευρωπαϊκό όρο στους προσωρινά κρατούμενους. Αυτό θα λυθεί. Θα υπάρξει διάταξη -ελπίζω με ομοφωνία των κομμάτων της Βουλής- με την οποία η προσωρινή κράτηση θα ελαχιστοποιηθεί»

Η δήλωση αυτή ανήκει στον Υπουργό Δικαιοσύνης, όπως μεταφέρεται σε σελίδα του tvxs[http://www.tvxs.gr/v12027]. Στόχος του Υπουργού, όπως μεταφέρεται στην εφημερίδα Καθημερινή είναι να «πιεστεί» το αργοκίνητο σύστημα απονομής δικαίου να εκδίδει γρήγορα αποφάσεις, αλλά και να εκδίδονται εντάλματα προσωρινής κράτησης σε εξαιρετικές περιπτώσεις, με σαφή και εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Κοντολογίς, να μην προφυλακίζουν οι δικαστικοί για «ψύλλου πήδημα», καθώς τα στατιστικά στοιχεία για τους υποδίκους στις φυλακές αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος [http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_100057_29/03/2009_309300].

Ταυτόχρονα, και σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα, οι καταδικαστικές αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχουν θεαματικά αυξηθεί τα τελευταία χρόνια, με συνολικό αριθμό327 καταδίκες, από τις οποίες 222 αφορούν καθυστερήσεις και παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας προφυλακισμένου ατόμου. «Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου θέτει εμμέσως υπό αμφισβήτηση μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις που απαιτεί ο ελληνικός Ποινικός Κώδικας για την επιβολή της προσωρινής κράτησης, αυτή της επικινδυνότητας του κατηγορουμένου».

Η «επικινδυνότητα του κατηγορούμενου» είναι ίσως η κρίσιμη έννοια η οποία, αφ’ ενός μεν συνοψίζει τα υπόλοιπα κριτήρια που προβλέπει ο νόμος για την προσωρινή κράτηση και, αφ’ ετέρου, αποκαλύπτει την αδιάρρηκτη σχέση που έχουν οι δικαστικές πρακτικές με τα ευρύτερα κοινωνικά, πολιτικά, πολιτισμικά… συμφραζόμενα εντός των οποίων υλοποιούνται και τις εκάστοτε δεσπόζουσες εικόνες περί επικίνδυνων ατόμων ή ομάδων. Επικινδυνότητα. Μια ψευδοεπιστημονική έννοια η οποία συγκροτεί ένα κατεξοχήν ολισθηρό πεδίο εκτιμήσεων και όχι γεγονότων, εκτιμήσεων περί των γεγονότων και της προσωπικότητας του κατηγορούμενου. Εκεί όπου η δικαστική κρίση υποκύπτει στην ισχύ των «ηθικών πανικών» που κατασκευάζουν κατηγορίες «λαϊκών δαιμόνων».[1]

Τα γεγονότα του Δεκέμβρη συγκρότησαν το πλαίσιο ενός από τους πρόσφατους «ηθικούς πανικούς», ενώ στο επίπεδο της νοηματοδότησης, το «αντί-» του αντιεξουσιαστικού χώρου επένδυσε με συγκεκριμένα νοήματα τα γεγονότα ως αναγκαίο πρόσημο για κάθε εξεγερμένο, στους δρόμους του Δεκέμβρη και με τα ΜΜΕ ως καθοριστικό φορέα συγκρότησης αυτού που νοηματοδοτήθηκε ως κοινωνικό πρόβλημα, κοινωνική απειλή και διατάραξη της τάξης, κοινωνικό κλίμα ηθικής αγανάκτησης: οι Λόγοι του Δεκέμβρη γέννησαν μια διακριτή, απειλητική ομάδα ανεξάρτητα από την ύπαρξη παγιωμένων νεολαιίστικων ομαδοποιήσεων, «λαϊκούς δαίμονες» με το πρόσημο «αντί-» στον όποιο αυτοπροσδιορισμό τους. Αυτό το «αντί-» λειτούργησε σαν δεξαμενή επικινδυνότητας, από την οποία άντλησε ο υπερδραστήριος εκείνη την περίοδο τιμωρητικός μηχανισμός τα πλήθη που στοιβάχτηκαν σε αστυνομικά τμήματα, κρατητήρια, φυλακές και αίθουσες δικαστηρίων, τείνοντας να επιβεβαιώσει μέσα από την παραγωγικότητά του την ύπαρξη της κοινωνικής απειλής, να ελαχιστοποιήσει την απόσταση μεταξύ «προφητείας» και «πραγματικότητας».

Δύσκολα θα έλεγε λοιπόν κανείς ότι η κατάχρηση του μέτρου της προσωρινής κράτησης είναι θέμα νομοθετικής ρύθμισης και όχι χαρακτηριστικών μιας ποινικής κουλτούρας σε σχέση αμοιβαίου επηρεασμού με παράγοντες που λειτουργούν έξω από τις δικαστικές αίθουσες και έχουν να κάνουν με την συμβολοποίηση των κοινωνικών συγκρούσεων με όρους κοινωνικής αταξίας και επικινδυνότητας.

Και κάπου εκεί, τα θύματα των «ηθικών πανικών», οι προσωποποιήσεις των «λαϊκών σατανάδων» αντιπαραθέτουν τους δικούς τους ορισμούς με την πανίσχυρη θεσμική αλήθεια που παράγουν οι ποινικές πρακτικές. Και όποιος επιβιώσει…

[1] Η αναφορά είναι στο βιβλίο ορόσημο του Stanley Cohen, “Folk devils and moral panics”, [βλ.http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/02/folk-devils-and-moral-panics.html]

δ/ση εικόνας: http://www.oikade.gr/images/data/images/bodrum1.jpg

κάποιος ήταν κομμουνιστής επειδή...

Μου το έστειλε ο Στέλιος και, όπως είμαι σίγουρη ότι καταλαβαίνει, ήταν αδύνατο ν' αντισταθώ!
Δάνειο, λοιπόν, από τους φίλους της Μια Πόλη Ανάποδα
Παράκληση: όποιος το δανειστεί στη συνέχεια, να χρησιμοποιήσει το αρχικό link που αναφέρεται πιο πάνω και όχι αυτό του crimevssocialcontrol

ενημέρωση και αντι-ενημέρωση

Η μεταφορά με την οποία αρχίζω την παρουσίαση του σεμιναρίου για τις αναπαραστάσεις του εγκλήματος και τα ΜΜΕ, ανήκει σην G. Tuchman και την βρίσκω πάρα πολύ αποτελεσματική στο να εικονογραφήσει τις διαδικασίες κατασκευής της είδησης με τρόπο που να γίνει άμεσα κατανοητός. Η μεταφορά είναι αυτή του παραθύρου, του οποίου το πλαίσιο περιορίζει αλλά καιπροσδιορίζει τη θέαση των γεγονότων. Βέβαια το παράθυρο, σε αντίθεση με τα ΜΜΕ και τους "πυλωρούς" που καθορίζουν την ύλη τους, δεν έχει την δυνατότητα να επιλέξει τι θα δείξει και τι θα ορίσει ως γεγονός, καθώς η είδηση δεν είναι το γεγονός καθεαυτό αλλά οι πληροφορίες που έχουμε για το γεγονός, είναι μια σχέση επί του γεγονότος ανάμεσα σ' αυτόν που το αφηγείται και σ' αυτόν που καταναλώνει το προϊόν της αφήγησης. Το πλαίσιο του παραθύρου, λοιπόν, αντιστοιχεί grosso modo, σ' αυτό που θα λέγαμε "πολιτική του μέσου" η οποία και καθορίζει, ποια γεγονότα θα επιλέξει να γίνουν είδηση, πώς θα αξιολογήσει τη σημασία τους, ποια στοιχεία τους θα αναδείξει... Αυτό σημαίνει ότι τα ΜΜΕ όχι απλώς επιλέγουν ποια γεγονότα θα γίνουν είδηση. Το κυριότερο, παρέχουν ένα ερμηνευτικό πλαίσιο για την κατανόηση αυτών των ειδήσεων: ένα σύστημα αξιών, πεποιθήσεων, αντιλήψεων μέσα στο οποίο εντάσσεται το παραγόμενο μήνυμα. Καθώς στη σελίδα αυτή υπάρχει το κείμενο του Αριστοτέλη Νικολαίδη "Μέσα Μαζικής Επικοινωνίας και Χουλιγκανισμός" [http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/04/m-2009-m-15-16.html], στο οποίο αναλύονται οι διαδικασίες κατασκευής της είδησης και ο ιδεολογικός ρόλος των ΜΜΕ να αναπαράγει κυρίαρχους ορισμούς και ερμηνείες της πραγματικότητας, δεν επεκταθώ περαιτέρω, υπογραμμίζοντας απλώς το ζήτημα της «διαμεσολαβημένης φύσης» της πραγματικότητας, τουτέστιν ότι τα φαινόμενα δεν μπορεί να μελετηθούν ανεξάρτητα από την αναπαράστασή τους. Από την άλλη μεριά έχουμε τις κατηγορίες της αντι-πληροφόρησης, δηλαδή τα εναλλακτικά μέσα ενημέρωσης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πρακτικές και μορφές επικοινωνίας που προωθούν μέσα από μια αμοιβαία και συνεργική σχέση ανάμεσα στο μέσο και τα άτομα ή τις ομάδες που συμμετέχουν στην παραγωγή των μηνυμάτων [για το θέμα αυτό, βλ. Βατικιώτης, Π., "Αποφυλακίζοντας "εικόνες"", στο Εικόνες Φυλακής, 2006, Πατάκης]. Και, για να περάσω επιτέλους στο θέμα μου, ένα ζήτημα το οποίο με απασχόλησε το τελευταίο διάστημα είναι κατά πόσον η αμοιβαία και συνεργική σχέση μέσου και συμμετέχοντος στην περίπτωση της εναλλακτικής ενημέρωσης, δεν αναπαράγει κάποιες σταθερές που χαρακτηρίζουν τη σχέση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή μηνυμάτων στο περιβάλλον των συμβατικών ΜΜΕ. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ίδιο το εγχείρημα τείνει εξ ορισμού σε πρακτικές "απο-ορθολογικοποίησης της ισχύουσας κοινωνικής οργάνωσης" καθώς οι ίδιοι οι χρήστες αποτελούν τις "πηγές" του μέσου, τόσο σε σχέση με τα προκρινόμενα γεγονότα όσο και σε σχέση με τους ορισμούς και τις ερμηνείες αυτών των γεγονότων [Βατικιώτης, ο.π.] Σε ποιο βαθμό, όμως, αυτό συνεπάγεται την απουσία κάποιων κοινών χαρακτηριστικών στη σχέση των συμβατικών και εναλλακτικών μέσων; Η, για διάφορους λόγους, συχνή περιδιάβασή μου στην ιστοχώρα κατά τους τελευταίους μήνες, μού έχει δημιουργήσει κάποια ερωτήματα: Πρώτον, κατά πόσον μπορεί να μιλήσει κανείς για ανοσία του εναλλακτικού λόγου απέναντι σε στην ενδημική για κάθε μέσο ενημέρωσης επιλεκτική στάση απέναντι στα εν δυνάμει "γεγονότα" [με την έννοια ότι θα γίνουν γεγονότα ως αντικείμενο συζήτησης των συμμετεχόντων στο μέσο], κάτι δηλαδή που αποκαλύπτει ιεραρχίες και ιεραρχήσεις έστω και σ' ένα πλαίσιο διαφορετικό απ' τη γραφειοκρατική οργάνωση των συμβατικών ΜΜΕ. Δεύτερον, κατά πόσον μέσα από τις επιμέρους αφηγήσεις δεν αναπαράγονται πανίσχυροι συμβατικοί ιδεολογικοί λόγοι, ενίοτε χωρίς καν να χρειάζεται η επιφανειακή ανατροπή τους.

Θα προσπαθήσω να διατυπώσω, σχηματικά έστω, το επιχείρημα, επανερχόμενη στο θέμα της διαμεσολαβημένης φύσης της πραγματικότητας για να επισημάνω ένα καταρχήν σημείο επαφής μεταξύ πληροφόρησης και αντι-πληροφόρησης: Αν την agenda των θεμάτων του κοινωνικού γίγνεσθαι που θα "πρέπει" να απασχολήσουν το κοινό την ορίζουν τα συμβατικά ΜΜΕ και, διαμέσου των πηγών τους, παράγουν τους ορισμούς και το ερμηνευτικό πλαίσιο αυτών των γεγονότων, είναι συνηθέστατο το φαινόμενο να αντλούν από την ίδια δεξαμενή τα θέματά τους και τα εναλλακτικά μέσα, τείνοντας στην παραγωγή ενός εναλλακτικού λόγου περί αυτών. Η σχέση αυτή δομείται ακόμα και [αν όχι κυρίως] και επί των "ελασσόνων" θεμάτων της συμβατικής ειδησεογραφίας, με τη διαφορά ότι αυτά είναι πάρα πολλά, κατά συνέπεια εκείνα τα οποία μεταφέρονται στο πεδίο του εναλλακτικού λόγου προκύπτουν από διαδικασίες επιλογής που υπακούουν κι αυτές σε κάποιους άρρητους και ασταθείς κανόνες, πάντως σε κανόνες με βάση τους οποίους επιλέγονται ή αποκλείονται τα θέματα. Ως παράδειγμα των παραπάνω, αναφέρω την περίπτωση της Χριστίνας Κυριμοπούλου όπου, όπως έγραφα και στην ανάρτηση "ποιος ορίζει τους [αντι-]κανόνες ή ποιοι κανόνες ορίζουν τις εξαιρέσεις" [http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/07/blog-post_22.html], "Ο ίδιος ο θεσμός, λοιπόν [της φυλακής]. Μήνες τώρα στο στόχαστρο του αντιεξουσιαστικού χώρου που κάνει διπλοβάρδιες για τους αιχμάλωτους του Δεκέμβρη, αλλά στο Indymedia, για παράδειγμα, πέρα από μια αρχική γκρίνια για το θέμα των ηλεκτρονικών υπογραφών που εισάγουν νέα ήθη στις κινηματικές διαδικασίες, οι υπόλοιπες αναρτήσεις ήταν απειροελάχιστες για την συνήθη δραστηριότητα της σελίδας και ρουτινιάρικα ενημερωτικές. Κάτι σαν: Μπουρλότο και φωτιά σε μερικά κελιά".

Σε ό, τι δε αφορά το ζήτημα των ερμηνειών της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αν και το σύνηθες είναι η αντιστροφή των συμβατικών ρόλων του "καλού" και του "κακού", φαίνεται να ελοχεύει πάντα η παγίδα που αποτελεί την πεμπτουσία της θετικιστικής σκέψης: η δράση η οποία δεν παράγει νόημα, με συμβατικούς ή εναλλακτικούς όρους δεν έχει σημασία, τοποθετείται αβίαστα εκτός πλαισίου, στο χώρο που προορίζεται για τον Άλλο ως αλλότριο αντικείμενο πλέον και όχι ως υποκείμενο δικαιωμάτων που χρίζουν προστασίας στο βαθμό που η αφήγηση δεν καταφέρνει να τον επαναφέρει στην [αντι;]συμβατική κανονικότητα.

Στην ανάρτηση για το θέμα της παράδοσης του Νίκου Κουνταρδα ["Κανένας λογικός άνθρωπος...", http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/06/blog-post_20.html], αναφέρθηκα στο ζήτημα ακριβώς της βίας από την οποία εκπορεύονται χαρακτηρισμοί και ταξινομήσεις, κατασκευάζονται ταυτότητες· της βίας που μετατρέπει τον χθεσινό "αγωνιστή για την ελευθερία" σε σημερινό διαταραγμένο προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη την οποία διατάραξε η απροσδόκητη ενέργεια. Για να αποκτήσουν και πάλι νόημα τα πράγματα, ερήμην του πρωταγωνιστή τους. Αντ' αυτού, όπως συμβαίνει πάντα με τους "διαταραγμένους". Στο σημείο, δηλαδή, όπου συμπίπτουν συμβατικοί και αντισυμβατικά εκφερόμενοι αλλά εξίσου συμβατικοί ορισμοί και ερμηνείες: στην κατασκευή του "διαταραγμένου υποκειμένου".

Θα μπορούσα να αναφέρω και άλλα παραδείγματα μικρότερης εμβέλειας ιστοσελίδων, όπου ο συμβατικά ηθικοπλαστικός λόγος εκφέρεται ατόφιος ή τις επιλογές θεμάτων καθορίζουν εμμονές των διαχειριστών, αλλά ίσως επανέλθω κάποια στιγμή με μια πιο τεκμηριωμένη ανάλυση.

Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

είναι ανάμεσά μας! κυκλοφορούν παντού! trolls!...

Ενημερώνω όσους από τους φίλους της σελίδας δεν το γνωρίζουν, ότι τα trolls δεν είναι μόνον μυθολογικά πλάσματα αλλά και ιντερνετικά όντα τα οποία, ευελπιστώντας να μπουν κάποτε στην κατηγορία των αστικών μύθων, παρεμβαίνουν σε σελίδες συζητήσεων, όπου με δυσφημιστικά και εκτός θέματος σχόλια αποδιοργανώνουν τη συζήτηση. Μην κάνετε το λάθος και τους απαντήσετε όπως έκανα εγώ η αδαής, συμμετέχοντας σε μια συζήτηση του tvxs για την Χριστίνα Κυριμοπούλου, γιατί αυτό τα τρέφει και τα θεριεύει και, αν δεν παρέμβουν οι διαχειριστές της σελίδας, την έχετε άσχημα γιατί δεν ξέρει κανείς τι άλλο αναζωπυρώνει τη δίψα τους!...
Τι να κάνουμε, σε δύσκολες εποχές ζούμε, όπως μπορεί πορεύεται ο καθένας μας.

Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2009

Ο κατασταλτικός πολιτισμός του Μουσείου Ακροπόλεως

Tην περασμένη Παρασκευή (24/7) έγινε γνωστό, ακόμα και από τα τηλεοπτικά δελτία (Mega), το γεγονός της λογοκρισίας από τη διεύθυνση του νέου μουσείου της Ακροπόλεως σε ένα animation φιλμάκι που προβάλλεται στον προθάλαμο της γυάλινης πτέρυγας με τα γλυπτά του Παρθενώνα. Το φιλμάκι αυτό είναι ένα δημιούργημα του σκηνοθέτη Κώστα Γαβρά, που πριν την προβολή του στο μουσείο είχε προβληθεί και στην καμπάνια της Πολιτιστικής Ολυμπιάδας το 2004 σε εκδηλώσεις στη Νέα Υόρκη. Ο στόχος του, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, είναι να δείξει σύντομα την ιστορία της κακομεταχείρισης του μνημείου της Ακροπόλεως από τους πρωτοχριστιανικούς χρόνους μέχρι την απομάκρυνση των γλυπτών από το λόρδο Έλγιν και την κατάληξή τους στο Βρετανικό Μουσείο, ώστε να προωθηθεί η ιδέα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα στο φυσικό τους χώρο (όποιος θέλει να δει το φιλμάκι του Κώστα Γαβρά, πριν τη λογοκρισία ας ακολουθήσει τον παρακάτω σύνδεσμο: http://www.youtube.com/watch?v=1rFgq7MsRe8).
Εκκλησιαστικοί κύκλοι αντέδρασαν στην προβολή του εν λόγω φιλμ, λόγω της εμφάνισης σε αυτό ρασοφόρων φιγούρων που καταστρέφουν τη διακόσμηση του μνημείου (μια αναφορά του Γαβρά στους βανδαλισμούς των ζηλωτών χριστιανών του 5ου μ.Χ. αιώνα). Πίεσαν λοιπόν τη διοίκηση του νέου Μουσείου της Ακροπόλεως να λογοκρίνει το φιλμάκι και να εξαφανίσει τις συγκεκριμένες - διάρκειας περίπου 50 δευτερολέπτων - σκηνές. Πράγμα που έγινε!
Ο Κώστας Γαβράς αντέδρασε με τη σειρά του λέγοντας: "Οι θρησκόληπτοι που άλλοτε ακρωτηρίαζαν τα αγάλματα, σήμερα επεμβαίνουν και κόβουν τις εικόνες". Και συνεχίζει: "Οι νόμοι που προστατεύουν τα Πνευματικά Δικαιώματα των Δημιουργών (Droits d'Auteur) απαγορεύουν ρητά οποιαδήποτε αλλαγή σε μία κινηματογραφική ταινία χωρίς τη συγκατάθεση του σκηνοθέτη" (πηγή: http://www.tvxs.gr/v17090).
Έκτοτε ξεκίνησε ένας πολύ ζωντανός διάλογος σε διάφορα blogs, όπου μπορεί να διαβάσει κανείς απόψεις που υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη πράξη λογοκρισίας (εμπρός στο στρατηγικό όραμα της επιστροφής των μαρμάρων), ακόμα και για το ότι ο Γαβράς δεν δικαιούται να έχει άποψη για τον Παρθενώνα (πόσω μάλλον να την προβάλλει μέσω φιλμ) επειδή δεν είναι ιστορικός και αρχαιολόγος (σαν να λέμε ότι το δικαίωμα της ψήφου πρέπει να το διατηρήσουν μόνο οι πτυχιούχοι των πολιτικών επιστημών). Βαφτίζεται δηλαδή ως εμπόδιο της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα στην Ελλάδα η σκηνοθετική άποψη του Κώστα Γαβρά, που μάλιστα, αξιοποιήθηκε ως διαφημιστικό τέχνασμα από τη διοίκηση του μουσείου, η οποία υποχώρισε εκ των υστέρων και άτακτα εμπρός στις παντοδύναμες πιέσεις των ελληνορθόδοξων ιεραρχών.
Να λοιπόν το καμάρι της Ελλάδας των τελευταίων μηνών! Το νέο μουσείο της Ακρόπολης, του οποίου η λειτουργία δεν προωθεί μόνο τις μικροπολιτικές επιδιώξεις των εκάστοτε τυχάρπαστων, αλλά συντελεί στην ίδια την παραχάραξη της ιστορίας - τη στιγμή που ρόλος του είναι να την αναδεικνύει.
Αλλά από την άλλη κάποιος μπορεί να πει: πώς είναι δυνατόν να αναδείξει αυτό το μουσείο την κληρονομιά της αρχαίας Ελλάδας τη στιγμή που χτίστηκε επάνω στην αρχαία Ακαδημία Αθηνών και την κατέστεψε ολοσχερώς; (πηγή: http://newacropolismuseum.blogspot.com/). Να υπάρχει σε αυτό το γεγονός κάποιο σημειολογικό ενδιαφέρον;
Με την παραπάνω άτακτη και βιαστική παράθεση των σχετικών γεγονότων θέλησα να δημιουργήσω τη βάση ώστε να διατυπώσω μια θέση. Αν και δεν πιστεύω ότι αυτό που λείπει κυρίως σήμερα από την Ελλάδα είναι τα γλυπτά του Παρθενώνα, αν και δεν με γοητεύει το κτίριο που αποφάσισαν να χτίσουν στην περιοχή του Μακρυγιάννη για να συμβολίσει τη σοβαρή πρόθεση της Ελλάδας να διεκδικήσει τη συγκεκριμένη επιστροφή (όσο περισσότερο και υψηλότερο τσιμέντο τόσο πιο σοβαρός ο συνομιλητής;), θα χαιρόμουν με την επίτευξη του στόχου της παθιασμένης Μελίνας Μερκούρη και τόσων άλλων επίμονων και ρομαντικών ελλήνων. Θα ήθελα να αναλάβει κάποιος το εγχείρημα της επιστροφής των μαρμάρων του Παρθενώνα με σκοπό να αναδείξει αυτό που λέγεται "αρχαιοελληνικό πνεύμα". Αυτό που δεν έχει να φοβηθεί τίποτα από τις συγκυριακές και προσωρινές μόνο μικροπολιτικές τεχνικές και που απευθύνεται σε όλο τον κόσμο, όχι ως ιδιοκτησία αλλά ως αφήγηση.
Συνδυάζοντας όμως όλα τα προηγούμενα, ντρέπομαι. Και αυτή η ντροπή έρχεται να προστεθεί σε τόσα άλλα παρόμοια συναισθήματα, που η χώρα μας δημιουργεί με ιδιαίτερη ευκολία και συχνότητα. Και το αποτέλεσμα είναι κούραση χωρίς εργασία, εργασία χωρίς μεράκι και στο τέλος ματαιότητα και παραίτηση. Να ήρθε άραγε ο καιρός μου να πάω στην Εκκλησία, να αναζητήσω κουράγιο και σωτηρία;

προαναγγελθέντα ταξίδια για το καλοκαίρι...

Από τη λίστα του syn-forum.

ΓΙΑ ΤΟ... ΚΑΛΟ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Σήμερα Κυριακή 26/7 η αστυνομική δ/νση Χίου εκτέλεσε απόφαση «μεταγωγής» 51 ανθρώπων από το κέντρο κράτησης Μερσυνιδίου Χίου προς άγνωστη κατεύθυνση. Οι 51 πρόσφυγες υποχρεώθηκαν σε μεταγωγή αφού υπέγραψαν έγγραφα στα ελληνικά, χωρίς καμία ενημέρωση για τον λόγο και τον τόπο μεταγωγής τους. Ανάμεσα τους με βεβαιότητα υπάρχουν δύο ανήλικοι. Ο ένας 17 χρονών παλαιστινιακής καταγωγής, που ζήτησε άσυλο ενώπιον των Αρχών παρουσία της δικηγόρου του, όμως το αίτημα αυτό δεν καταγράφηκε και συνεχίστηκε η μεταγωγή του. Ο άλλος, δεκαπεντάχρονος πρόσφυγας από την Σομαλία τον οποίο χώρισαν βίαια από την μητέρα του που παρέμεινε κρατούμενη στο Μερσυνίδι. Παρά την ενημέρωση τους μέχρι και την τελευταία στιγμή, οι Αρχές αδιαφόρησαν εγκληματικά και συνέχισαν την μεταγωγή των ανηλίκων μαζί με τους υπόλοιπους. Με δεδομένο το προηγούμενο των ατύπων- παρανόμων απελάσεων από τον Έβρο,προσπαθήσαμε να σταματήσουμε την λεγόμενη «μεταγωγή» θέτοντας συνεχώς το ερώτημα «που ακριβώς πηγαίνουν αυτοί οι άνθρωποι;». Μέχρι το τέλος, κανείς από τους αρμοδίους δεν μας έδωσε μια σαφή απάντηση σ' αυτό το ερώτημα. Αντίθετα, αρχικά ισχυρίζονταν ότι τους μεταφέρουν σε ένα κέντρο κράτησης στην Καβάλα, αργότερα μίλησαν για κέντρο κράτησης στη Θεσσαλονίκη και τελικά αναφέρθηκαν αόριστα «σε διάφορα κέντρα κράτησης»

Πρόσφατο ακόμη το γεγονός μεταφοράς 30 ανθρώπων από τη Χίο στις 16/7 προς Καβάλα με το πρόσχημα της μεταφοράς τους και πάλι σε ένα «καλύτερο» κέντρο κράτησης. Οι πρόσφυγες αυτοί μεταφέρθηκαν σε φυλάκια του Έβρου κι από εκεί σύμφωνα με καταγγελίες συγγενών τους, χωρίς νόμιμες διαδικασίες εξαναγκάστηκαν να περάσουν το ποτάμι του Έβρου νύχτα προς την πλευρά της Τουρκίας. Αυτό συνιστά κατάφορη παραβίαση των δικαιωμάτων τους ως κρατούμενους και ως πρόσφυγες και η ίδια η πράξη αυτή συνιστά απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση, ενώ αποτελεί και σοβαρή αξιόποινη πράξη από την πλευρά των Αρχών.

Στην διαμαρτυρία συμμετείχαμε τουλάχιστον 80 άτομα από διαφορετικούς χώρους, με πανώ, διανομή κειμένων, φωνάζοντας συνθήματα, προσπαθώντας να αποτρέψουμε την αποβίβαση των προσφύγων από τα λεωφορεία και την επιβίβασητους στο πλοίο. Ο κόσμος που συμμετείχε έδειξε έμπρακτα την αλληλεγγύη του, αρνούμενος να δεχθεί τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων των προσφύγων. Δεν δεχόμασταν να περάσουν τα δύο αστικά πούλμαν φορτωμένα με τους πρόσφυγες, τα οποία διένυσαν μία απόσταση 40 μέτρων σε μιάμιση ώρα, καθώς ο κόσμος έπεφτε συνεχώς μπροστά τους ακόμη και στις ρόδες τους για να αποτρέψει την πορεία τους προς το πλοίο. Στην προσπάθεια μας αυτή δεν έλειψε φυσικά η αναιτιολόγητη και πρωτόγνωρη για τα χιακά δεδομένα βία από την πλευρά των Αρχών (αστυνομία, λιμενικό, Ομάδα Ειδικών Αποστολών) συνεπικουρούμενοι από κάποια άτομα που φαίνεται πως ανήκουν στον ακροδεξιό χώρο. Αποτέλεσμα ήταν ο τραυματισμός πολλών από τους συμμετέχοντες στην διαμαρτυρία.

Ο επίλογος δόθηκε με την είσοδο των δύο πούλμαν στο πλοίο και την βουτιά στο λιμάνι ενός άνδρα στην ύστατη προσπάθεια του να μην αναχωρήσει το πλοίο. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε το βλέμμα των προσφύγων που εμφανώς τρομοκρατημένοι, με τις χειροπέδες στα χέρια, καθώς τα πούλμαν ανέβαιναν τον καταπέλτη του πλοίου, μας χαιρέτισαν από τα παράθυρα, άλλοι κάνοντας το σήμα της νίκης και κάποιοι προτείνοντας το χέρι τους προς εμάς. Φαίνεται πως βρισκόμαστε σε μία νέα εποχή όπου με το πρόσχημα των υπερφορτωμένων κέντρων κράτησης, η απέλαση / εξαφάνιση των προσφύγων θα φαντάζει ως λύση στο «πρόβλημα» που η ίδια η ελληνική Πολιτεία δημιούργησε τους τελευταίους μήνες, καθώς επέλεξε την επιμήκυνση του χρόνου κράτησης των προσφύγων. Οι 51 πρόσφυγες ταξιδεύουν απόψε για τη Θεσσαλονίκη και διατρέχουν τον κίνδυνο μιας ακόμη άτυπης απέλασης. Το να αγωνίζεσαι ενάντια στην βαρβαρότητα των απελάσεων και στην πολιτική της κυβέρνησης για πρόσφυγες και μετανάστες είναι αναγκαίο, κοινωνικά ωφέλιμο και πρωτίστως δίκαιο.

ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΧΙΟΥ - «ΛΑΘΡΑ;»

Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ, Τελευταία πράξη. Απών

"Εξέπνευσε ο 29χρονος Κούρδος μετανάστης, Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ, ο οποίος νοσηλευόταν σε κατάσταση «φυτού», μετά από ξυλοδαρμό του από λιμενικούς στην αποβάθρα του λιμανιού της Ηγουμενίτσας, στις 3 Απριλίου.

Το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας είχε υποστηρίξει τότε ότι ο μετανάστης έπασχε από επιληψία και τραυματίστηκε μόνος του. Σύμφωνα με τις καταγγελίες συγγενών του ο 29χρονος Κούρδος υπέστη ξυλοδαρμό από τέσσερις λιμενικούς. Στις 3 Απριλίου άνδρες του Λιμενικού της Ηγουμενίτσας είχαν ζητήσει από μετανάστες που βρίσκονταν σε αυτό να απομακρυνθούν από τον χώρο του λιμανιού. Αυτοί πράγματι απομακρύνθηκαν, αλλά ξαναγύρισαν καθώς σκοπός τους ήταν να διαφύγουν στην Ιταλία. Σύμφωνα με μαρτυρίες, οι Λιμενικοί συνέλαβαν τον 29χρονο Κούρδο και άρχισαν να του χτυπούν το κεφάλι στο τσιμέντο, μέχρι που προκλήθηκε εσωτερική αιμορραγία".

http://www.tvxs.gr/v17093

Δύσκολο το όνομά του. Πόσο μάλλον που έφυγε χωρίς επίσημα έγγραφα που θα τεκμηρίωναν ότι όντως υπήρχε ως Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ. Τότε, θυμάμαι, σκεφτόμουνα αν υπάρχει κάποιος που να τον αναγνωρίζει και να αναγνωρίζεται ως υπεύθυνος να αποφασίσει για την μηχανική υποστήριξη. Ήταν και η πρόγνωση των γιατρών ότι δεν θα αναρρώσει ποτέ και ότι είτε θα παραμείνει σε κώμα είτε θα πεθάνει. Όχι ότι είχε σημασία, αλλά σκεφτόμουνα αν κάποιος δικός του άνθρωπος, που θα έπαιρνε μια τόσο οδυνηρή απόφαση, θα λειτουργούσε ως τεκμήριο ότι ο Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ δεν ήταν σκέτα ο 29χρονος Κούρδος, αλλά υπήρχε, όντως υπήρχε ως υποκείμενο ανθρώπινων σχέσεων και οριακών συναισθημάτων. Κάτι χειροπιαστό τέλος πάντων. Δεν θα μάθουμε, υποθέτω, πώς ακριβώς παίχτηκε η τελευταία πράξη, όχι ότι έχει και πολλή σημασία, ο Αριβάν Οσμάν Αμπντουλάχ έφυγε μετέωρος ως πρόσφυγας που δεν βρήκε πατρίδα, μετέωρος ως μη-πρόσωπο που δεν πρόλαβε να γίνει πολίτης, μετέωρος για μήνες μεταξύ ζωής και θανάτου απαλλάχτηκε οριστικά απ’ την ευθύνη να αξιώνει σεβασμό στην ανθρώπινη ιδιότητά του.

Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2009

punishment park ή το πειθαρχικό θυσιαστήριο

Βγήκε λοιπόν η Χριστίνα Κυριμοπούλου από τη φυλακή. Κατακαλόκαιρο. Παρασκευή 24 Ιουλίου, μεσημέρι και μόλις 3 ώρες ο διαθέσιμος χρόνος για να κινητοποιηθεί ό, τι είχε καταφέρει, ενίοτε με τεράστιο προσωπικό κόστος, να στηθεί από μη κρατικούς φορείς κι εθελοντές για να βοηθήσει την μετάβασή της στην ελεύθερη ζωή.

Η ιστορία όλο και περισσότερο θυμίζει την ιδέα του Punishment Park που, αν θυμάμαι καλά, 3 ώρες περιθώριο είχαν δώσει κι οι διώκτες στους διωκόμενους εκείνης της ταινίας. Κι επειδή σ’ αυτές τις ιστορίες αυτονόητα δεν υπάρχουν, ας ξεκινήσουμε από ό, τι θα έπρεπε να είναι αυτονόητο, καθώς τα νομικά κείμενα δεν έχουν αλλάξει και συνεχίζουν να προβλέπουν με τον ίδιο κυνισμό ότι η ποινή πρέπει να τείνει στη βελτίωση και την κοινωνική επανένταξη του εγκληματία.

Το «πείραμα» Χριστίνα Κυριμοπούλου ξεκίνησε γιατί κρίθηκε από το δικαστήριο ότι για εκείνο το 14χρονο κορίτσι δεν υπήρχε εκτός φυλακής ένα υποστηρικτικό περιβάλλον να την υποδεχθεί. Αν θεωρήσουμε, λοιπόν, ότι οι σωφρονιστικοί κανόνες είναι αυτό που σημαίνει ο επιθετικός προσδιορισμός τους, στην πορεία φάνηκε ότι το πείραμα έπαιρνε περίεργη τροπή, προετοιμάζοντας ακριβώς το αντίθετο από το, θεωρητικά, προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Τι θα περίμενε κανείς, αν είχε την αφέλεια να πάρει τοις μετρητοίς την ρητορική περί κοινωνικής επανένταξης; Να υποχωρήσει το τιμωρητικό κομμάτι και να ενεργοποιηθεί το υποστηρικτικό, θεσμοί κοινωνικής πρόνοιας, εξειδικευμένη φροντίδα. Η φυλακή, όμως, δεν διαψεύδει τον εαυτό της. Δεν προετοιμάζει την κοινωνική επανένταξη, παγιώνει τον αποκλεισμό ό, τι κι αν διατείνονται οι υποστηρικτές ή οι θεσμικοί φορείς του τιμωρητικού μηχανισμού.

Κάπως έτσι, λοιπόν, η Χριστίνα Κυριμοπούλου μπήκε στα αζήτητα, μπλεγμένη στα γρανάζια της γραφειοκρατίας και αθροίζοντας χρόνο ποινής, χρόνο που ροκάνιζε η κρεατομηχανή για την απόκρυψη μιας ανάρμοστης εικόνας, αυτή την "κανονικότητα" η οποία συντηρεί την παθολογία της φυλακής.

Αυτή την κανονικότητα, όμως, την διατάραξε η κινητοποίηση για την αποφυλάκισή της Χριστίνας Κυριμοπούλου, όταν απρόβλεπτα πολύς κόσμος ζητούσε να επιστρέψει στην ελεύθερη ζωή και να ‘χει θρέψει φτερά για να πετάξει.

Επειδή όμως δεν είμαστε καλόψυχοι φιλάνθρωποι που ελπίζουμε στη σωτηρία της ψυχής μας, ξέραμε πολύ καλά το περιεχόμενο της ανάρμοστης εικόνας και τι παράγει το σωφρονιστικό σύστημα όταν αναλαμβάνει να αναθρέψει ένα παιδί. Και είχαμε φροντίσει μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια για την ομαλή μετάβασή της Χριστίνας Κυριμοπούλου στην κανονικότητα που της στέρησε η «κανονικότητα» του τιμωρητικού εγκλεισμού. Πλην όμως δεν είχαμε προβλέψει ότι η κρεατομηχανή δεν συγχωρεί όποιον αμφισβητήσει την εξουσία της. Μήνες τώρα στηνόταν ένα δίχτυ προστασίας για να προλάβει μια ελεύθερη πτώση. Μήνες τώρα, χρόνο που μας παρείχε αφειδώς η γραφειοκρατία που μετέθετε συνεχώς την απόφαση της αποφυλάκισης. Και ξαφνικά, κατακαλόκαιρο, μια Παρασκευή μεσημέρι, ξεπεράστηκαν όλα τα γραφειοκρατικά εμπόδια κι ανακοινώθηκε ότι η Χριστίνα Κυριμοπούλου αποφυλακίζεται σε 3 ώρες.

3 ώρες αγώνα δρόμου και όχι μόνο στη διαδρομή Αθήνα-Ελαιώνα αλλά και στις διαδρομές μιας ανθρωπιστικής προσέγγισης αυτού του γεγονότος, μιας προσέγγισης μη βίαιης και με απόλυτο σεβασμό στα δικαιώματα της Χριστίνας Κυριμοπούλου.

3 ώρες αγώνα δρόμου για να δοκιμαστεί η αντοχή που είχε το δίχτυ προστασίας των εθελοντών που αμφισβήτησαν το αποτέλεσμα του πειράματος, σύμφωνα με το οποίο η Χριστίνα Κυριμοπούλου δεν μπορεί να ζήσει ελεύθερη γιατί το κράτος δεν προβλέπει τη λειτουργία υποστηρικτικών θεσμών που θα βοηθήσουν την ομαλή της μετάβαση στην ελευθερία. Κι εφόσον δεν τους προβλέπει το κράτος, θα έπρεπε να αποδειχθεί ότι η παράταση του εγκλεισμού ήταν μια ορθολογική επιλογή.

Έτσι, σ’ αυτό το bras de fer μ' ένα ανελέητο μηχανισμό, η αποφυλάκιση έπρεπε να γίνει με τρόπο που και εμείς να πάρουμε το μάθημά μας και η τρωθείσα αξιοπιστία του τιμωρητικού μηχανισμού να αποκατασταθεί.

Κι όμως, δεν δοκιμάστηκε η αντοχή που είχε το δίχτυ προστασίας γιατί δεν τηρήθηκε κανένας από τους κανόνες του παιγνιδιού. Την Χριστίνα την ρίξανε από την άλλη μεριά του τοίχου, έτσι ώστε να δούμε πως ένα σκουπιδάκι είναι εντέλει κι όχι πουλί για να μπορεί να πετάει ελεύθερο.

Γι’ αυτό όλα ξεκινάνε πάλι από την αρχή γιατί ο στόχος ήταν και παραμένει να κερδίσει η Χριστίνα τη ζωή της και όχι το κύρος και την αξιοπιστία του το πειθαρχικό θυσιαστήριο.

Καλοτάξιδη να ‘σαι Χριστίνα σ’ αυτή τη φουρτουνιασμένοι θάλασσα.

Κι εμείς θα δείξουμε ότι είμαστε εντελώς ανεπίδεκτοι σε ασκήσεις πειθαρχίας.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2009

ποιος ορίζει τους [αντι-]κανόνες ή ποιοι κανόνες ορίζουν τις εξαιρέσεις

Ενόσω περιμένουμε το τέλος της ιστορίας, που μοιάζει να είναι κοντινό και με την έκπληξη της τελικής σκηνής γιατί κανείς μας δεν γνωρίζει ακόμα ποια θα είναι, όλο και πιο συχνά σκέφτομαι το ζήτημα της κινητοποίησης για την Χριστίνα Κυριμοπούλου ή μάλλον τις εκκωφαντικές απουσίες από αυτήν. Δεν θέλω να εκπονήσω γενικές ερμηνείες αλλά φοβάμαι ότι και οι κανόνες που ορίζουν το εκάστοτε αντικείμενο της κοινωνικής, πολιτικής ή άλλου είδους ευαισθησίας είναι εξίσου ασφυκτικοί μ' αυτούς που δημιουργούν τις συνθήκες οι οποίες κινητοποιούν τους ευαίσθητους -ας μου συγχωρηθεί η ειρωνική διάθεση, την οποία δεν σκοπεύω εξάλλου να κρύψω.
Όταν κοινοποίησα το κείμενο συμπαράστασης που θα υπέγραφαν πανεπιστημιακοί και ερευνητές, χωρίς να έχω προηγουμένως επικοινωνήσει με κανέναν και χωρίς να έχω κληρονομικό χάρισμα γνώριζα με ακρίβεια ποιες θα είναι οι πρώτες υπογραφές, αυτές που μαζεύτηκαν τις πρώτες κιόλας ώρες, όπως γνώριζα και ποιοι θα ήταν εκείνοι που θα το προωθούσαν άμεσα σε άλλες λίστες. Καθώς, λοιπόν, ερχόταν σταδιακά οι υπογραφές, είχα την πρώτη ένδειξη για τις μελλούμενες απουσίες. Οι ομότεχνοί μου μετριούνται στα δάκτυλα του ενός χεριού, πολυγραφότατα και λαλίστατα αστέρια του αριστερού φεμινιστικού κινήματος, που ανήκουν στις κατηγορίες των υπογραφόντων, απαξίωσαν το εγχείρημα είτε δια της απουσίας τους είτε υπογράφοντας την γενική έκκληση της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατούμενων κ.ο.κ. Όμως, έτσι κι αλλιώς, οι 140 υπογραφές είναι παραπάνω από αρκετές για να καλύψουν άνετα τον σαματά των απόντων που κάτι θέλανε να μας πουν ή που δεν βρήκαν χρόνο ούτε καν γι’ αυτό.
Από την άλλη μεριά, εκεί που το κενό δύσκολα καλύπτεται είναι στο χώρο των γυναικείων οργανώσεων που έδωσαν τον τόνο στις κινητοποιήσεις για την Κωνσταντίνα Κούνεβα, για παράδειγμα. Κι αν κριθεί ατυχές το παράδειγμα, αυτό που εννοώ είναι ότι και το κορμί της Χριστίνας Κυριμοπούλου είναι κομματιασμένο ως αποτέλεσμα της βίας που ασκήθηκε επάνω της. Και αυτή είναι ακόμα πιο απροστάτευτη γιατί η βία που υπέστη δεν είχε ένα υποκείμενο/δράστη αλλά απρόσωπους θεσμούς που έχουν πάντα μηχανισμούς να λειτουργήσουν ως αντίδοτο στη δομική παθολογία τους.
Ο ίδιος ο θεσμός, λοιπόν. Μήνες τώρα στο στόχαστρο του αντιεξουσιαστικού χώρου που κάνει διπλοβάρδιες για τους αιχμάλωτους του Δεκέμβρη, αλλά στο Indymedia, για παράδειγμα, πέρα από μια αρχική γκρίνια για το θέμα των ηλεκτρονικών υπογραφών που εισάγουν νέα ήθη στις κινηματικές διαδικασίες, οι υπόλοιπες αναρτήσεις ήταν απειροελάχιστες για την συνήθη δραστηριότητα της σελίδας και ρουτινιάρικα ενημερωτικές. Κάτι σαν, μπουρλότο και φωτιά για μερικά κελιά.
Τι είναι αδιαμφισβήτητα η Χριστίνα Κυριμοπούλου: Γυναίκα, ρομά, έγκλειστη, συνοψίζοντας τρεις κατηγορίες που είθισται να πυροδοτούν αντιδράσεις και μαχητικές κινητοποιήσεις κατά των κοινωνικών διακρίσεων.
Τι δεν είναι η Χριστίνα Κυριμοπούλου: δεν είναι μετανάστρια να την μαζέψει η σκούπα της καταστολής, ενώ τον Δεκέμβρη ήταν ήδη από χρόνια στη φυλακή για να μπορέσει να οριστεί ως διωκόμενη αγωνίστρια.
Κι όμως, στους δρόμους αγωνιζόταν κι αυτή τον ανελέητο αγώνα του παρία για επιβίωση. Κρίμα. Η παρούσα συγκυρία δεν την περιλαμβάνει, ίσως μια άλλη φορά.


Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2009

Χρώματα κι ονόματα


Δεν ξέρω εάν ή ποια τρομοκρατική οργάνωση, από αυτές που λειτουργούν με τη βούλα της νομιμότητας, θα αναλάβει την ευθύνη για το ότι πρέπει να μετρήσω ένα-ένα και τα 40 κύματα προκειμένου να έχω ολιγόλεπτη σύνδεση με το internet εδώ στην μακρινή Κρήτη. Μια-δυο που ρώτησα, αρνήθηκαν μετά βδελυγμίας και απέδωσαν την ευθύνη αποκλειστικά σ’ εμένα. Όπως και να ‘χει το πράγμα, εφευρίσκοντας κάθε μέρα καινούργιες πατέντες, συνειδητοποιώ ότι δεν μπορείς να τα έχεις όλα, και να μετακινείσαι και να δουλεύεις ακώλυτα ως εάν να μην υπήρχαν οι εν λόγω τρομοκρατικές οργανώσεις να σου θυμίζουν ότι είσαι νόμιμα στο έλεός τους.
Σ’ αυτό το μεταξύ, και έχοντας απομακρυνθεί από το χώρο όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα [τα κανονικά γεγονότα εννοώ, όχι αυτά που ορίζουν τα ΜΜΕ ως τέτοια, τα «ελάσσονα» με δυο λόγια], προσπάθησα να κάνω τους λογαριασμούς μου με την υπόθεση της Χριστίνας Κυριμοπούλου –δεν θα διευκολύνω όποιον δεν θυμάται ποια είναι αυτή, με μια σύντομη περίληψη των 20 χρόνων της-, κι ας μην έχει κλείσει ακόμα αυτή η ιστορία, ίσως την Πέμπτη υπάρξει κάποια εξέλιξη που θα την μάθω από τους φίλους μου, γιατί δεν θα την πουν δα και οι ειδήσεις!
Πρώτον. Ενδεχομένως η Χριστίνα Κυριμοπούλου να είναι ακόμα στη ζωή από καθαρή τύχη. Τύχη που την εντόπισε το Δίκτυο Γυναικών Ευρώπης, τύχη που, παρά τη θερινή ραστώνη, είχε αποτέλεσμα η κινητοποίηση της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατούμενων και, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή της, ασχολήθηκε τόσος κόσμος με την «νεαρή τσιγγάνα», την Χριστίνα ή το Χριστινάκι και πιο σπάνια αξιώνοντας την Χριστίνα Κυριμοπούλου με ολόκληρο το όνομά της, μαζεύοντας χρήματα για την εξαγορά της τελευταίας και παράδοξης ποινής της, υπογράφοντας για την αποφυλάκισή της ενώ ήδη έχουν κατατεθεί 4 ερωτήσεις στη Βουλή και μια επανακατάθεση κι ας μην ανταποκρίνεται σ’ αυτές ο αρμόδιος υπουργός.
Και η Χριστίνα Κυριμοπούλου, ερήμην της, προκάλεσε γεγονότα.
Δεύτερον. Μάθαμε ότι ένα 14χρονο παιδί μπορεί να δικάζεται χωρίς συνήγορο και να καταλήγει στη φυλακή γιατί εκτιμήθηκε, με συνοπτικές διαδικασίες, ότι δεν υπήρχε υποστηρικτικό περιβάλλον εκτός φυλακής να την υποδεχθεί. Μάθαμε επίσης ότι ένα 18χρονο κορίτσι μπορεί να καταδικάζεται ερήμην ενόσω η διαμονή της είναι γνωστότατη καθώς βρίσκεται στη φυλακή εκτίοντας άλλες ποινές, και να μην ενημερώνεται από κανέναν γι’ αυτή την καταδίκη ενώ είναι ολότελα γελοία η ιδέα ότι θα μπορούσε να ασκήσει έφεση, ότι θα γνώριζε πώς γίνονται αυτά τα πράγματα ή ότι θα είχε την βοήθεια να τα μάθει και να τα κάνει. Στο πλαίσιο τέλος της αυτής σωφρονιστικής κανονικότητας, μιας και κανείς δεν τιμωρήθηκε ως υπεύθυνος, μάθαμε ότι μπορούσε να παίζει ανενόχλητη ρώσικη ρουλέτα καταπίνοντας αντικείμενα ή κομματιάζοντας το κορμί της χωρίς καμιά ιατρική υποστήριξη και με πατέντες ψυχοφαρμάκων απ’ τα βρισκούμενα… Εντός σωφρονιστικής κανονικότητας πάντα, η απείθεια απέναντί στην υποχρέωσή της να ζήσει στη φυλακή για όσο της ήταν γραμμένο στις δικαστικές και πειθαρχικές αποφάσεις επέσυρε κάθε φορά πειθαρχικές ποινές που παρατείνανε τον χρόνο στο διηνεκές, ως εάν να μην έπρεπε να βγει ποτέ απ’ τη φυλακή, επίτευγμα ακριβό του σωφρονιστικού συστήματος για να το εκθέσεις αβασάνιστα στη θέα των πολλών.
Τρίτον. Η Χριστίνα Κυριμοπούλου για το ελληνικό κράτος έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει, δικάζεται και καταδικάζεται ένα φάντασμα χωρίς ταυτότητα, χωρίς επίσημα έγγραφα που να πιστοποιούν την ύπαρξή της, ο μόνος επίσημος φορέας που ασχολήθηκε ποτέ μαζί της ήταν τιμωρητικός. Κι έτσι, εάν βγει ποτέ απ’ αυτή τη φυλακή, εκείνη τη φορά κανείς δεν θα ασχοληθεί αν υπάρχει υποστηρικτικό περιβάλλον να την υποδεχθεί και να την γιατρέψει ιατρικά και κοινωνικά. Μεγάλο κι ανεπίλυτο πρόβλημα έγινε η Χριστίνα Κυριμοπούλου, τώρα που μάθαμε την ύπαρξή της κι ας μην έχει ακόμα επίσημα χαρτιά. Ενώ θα μπορούσε, συνεχίζοντας ανενόχλητη τη ρώσικη ρουλέτα, να πάψει να είναι μπελάς, ποιος θα την ήξερε εξάλλου για να την αναζητήσει;
Δεν είναι το κόκκινο της επανάστασης το χρώμα της Χριστίνας Κυριμοπούλου, ούτε το μαύρο του αδικοσκοτωμένου. Ένα θαμπό χρώμα είναι για να αντανακλά χωρίς απαιτήσεις τις καλές μας προθέσεις να υποκαταστήσουμε το κράτος, μπορεί μάλιστα να εμπνεύσει και κάποιον ευαίσθητο καλλιτέχνη που θα της δώσει τα χρώματα της πένας του ή να γίνει παράδειγμα σε μια συζήτηση για το σωφρονιστικό σύστημα που θα αναπτυχθεί σε κάποιο αμφιθέατρο. Γιατί αυτός ο ανελέητος αγώνας για την επιβίωση μπαίνει τυχαία στην ατζέντα της κοινωνικής ευαισθησίας και πάντα ερήμην του αγωνιστή, που μάλλον θα συνεχίζει να παίζει ρώσικη ρουλέτα μέχρι να τελειώσει η ιστορία.

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2009

When Workfare Meets Prisonfare



A Q&A With Loïc Wacquant
By KAREN J. WINKLER
Loïc Wacquant has always been somewhat unusual. A well-known ethnographer and award-winning social theorist, he is a white Frenchman who has been teaching race relations at the University of California at Berkeley since 1993 (a time when that combination was highly controversial). He earned dual graduate degrees under the American sociologist William Julius Wilson and the French sociologist Pierre Bourdieu; he is a professor of sociology at Berkeley and a research associate with its Boalt Hall Law School, as well as a researcher at the Centre de sociologie européenne, in Paris. And oh yes, he is a past MacArthur fellow, a former member of the Society of Fellows at Harvard University — and an amateur boxer.This month Duke University Press brings out Punishing the Poor: The Neoliberal Government of Social Insecurity, the second volume in a planned trilogy on the urban poor. The first volume, Urban Outcasts: A Comparative Sociology of Advanced Marginality (Polity, 2008), compared the evolution of the black American ghetto and the urban periphery in Western Europe after the riots of the 1960s. The issue, said Wacquant, was not the emergence of an urban underclass — the focus of much scholarly research — but the rise of a new regime of urban marginality created by the fragmentation of wage labor, the retrenchment of the social programs of the state, and the stigmatization of certain geographic areas.Punishing the Poor takes up state policies that respond to that new marginality: how restrictive social measures and an expansive penal system combine to "discipline" the poor at a time when society is more and more afraid of social unrest. The third volume, Deadly Symbiosis (to be published by Polity in late 2009 or early 2010), will look at the relationship between race and poverty. Following is an edited version of The Chronicle Review's interview with Mr. Wacquant about his new book.
Q. You write that public agitation over law and order has grown in the last quarter century in the United States and is now spreading to Europe. Why in America first? How has concern manifested itself differently in the two areas?
In the three decades after the civil-rights movement peaked, the United States went from being a leader in progressive justice, poised to show humanity what some penal experts called "a society without a prison," to advocate for vengeful punishment and world champion in incarceration. Why? The conventional answer is the rise in crime. Mais voilà, victimization first stagnated and then decreased in this period. Consider this simple statistic: The United States held 21 prisoners for every 10,000 "index crimes" in 1975; 30 years later, it locked up 125 inmates for every 10,000 crimes. That means that it has become six times as punitive, holding crime constant.To explain that upsurge, we need to break out of the crime-and-punishment box and pay attention to the extra-penological functions of penal institutions. In the wake of the ghetto riots of the 1960s, the police, courts, and prisons have been deployed to contain the urban dislocations wrought by economic deregulation and to impose the discipline of precarious employment at the bottom of the class structure. The punitive turn in penal policy responds not to criminal insecurity, but to the social insecurity unleashed by the fragmentation of wage labor and the disruption of traditional ethnoracial hierarchies.A similar drift toward the penalization of urban marginality has swept through Western Europe with a lag of two decades and a couple of distinctive twists. European societies endowed with a strong statist tradition are using the "front end" of the penal chain — the police, rather than the prison — to curb social disorders and despair in low-income districts. Their embrace of law and order has been more virulent at the level of rhetoric than actual policies. And, instead of a brutal swing from the social management to the penal management of poverty, they have intensified both, expanding welfare protection and police intervention simultaneously. But the dominant trend is similar: a punitive revamping of public policy that weds the "invisible hand" of the market to the "iron fist" of the penal state.
Q. How is the law-and-order campaign linked to other policy changes?
The sudden growth and glorification of punishment partakes of a broader re-engineering of the state, which also entails the replacement of the right to welfare by the obligation of "workfare" (forced participation in subpar employment as a condition of public support). The downsizing of public aid and the upsizing of the prison are the two sides of the same coin of political restructuring at the foot of the social and urban order.In 1971, Frances Fox Piven and Richard Cloward wrote a classic of social science, Regulating the Poor, in which they proposed that poor relief expands and contracts with the cycles of the labor market. That model worked for the half century opened by the New Deal. But, in the age of hypermobile capital and flexible work, that cyclical alternation was replaced by the continual contraction of welfare and the unleashing of a diligent and belligerent penal bureaucracy.I use Pierre Bourdieu's concept of bureaucratic field (the set of organizations that define and distribute public goods) to bring these developments in social and penal policy into a single analytic framework. Welfare revamped as "workfare" and the prison stripped of its rehabilitative pretension now form a single organizational mesh flung at the poor according to a gendered division of control: "Workfare" handles the women and the children, and "prisonfare" handles their men.Welfare and criminal justice are two modalities of public policy toward the poor. Recall, first, that poor relief and the penal prison have a shared historical origin: Both were invented in Western Europe to corral vagrants detached from their social moorings by the passage from feudalism to capitalism and to teach them the ethics of wage work. Second, the social profile of public-aid recipients and inmates (in terms of class, ethnicity, education, housing, family and medical history, exposure to violence, etc.) is nearly identical, save for the gender inversion, as both are recruited among the marginal sectors of the unskilled working class. Third, supervisory "workfare" and the neutralizing prison are guided by the same philosophy of moral behaviorism and the same techniques of control, including stigma, surveillance, punitive restrictions, and graduated sanctions to "correct" the conduct of their clients.
Q. How do you define "prisonfare"?
The state can seek to remedy undesirable conditions and behaviors in three ways. It can "socialize" them by tracking their roots in the collective organization of society. It can "medicalize" them as individual pathologies. Or it can "penalize" them by ramping up its law-enforcement agencies. Think of the three ways of responding to homelessness: build low-income housing, offer mental-health services, or throw street derelicts in jail."Prisonfare" is the stream of policies that responds to urban ills by rolling out the police, the courts, jails and prisons, and their extensions. Those include probation and parole, which today supervise five million individuals, but also the computerized diffusion of criminal databases, which cover some 30 million, and the schemes of profiling and surveillance they undergird (like "background checks" by employers and realtors)."Prisonfare" also encompasses the whirling images of criminals diffused by scholars and politicians and by the cultural industries that trade on the fear of crime and feed a public culture of vituperation of felons. (Think "reality shows" like Cops and America's Most Wanted and the round-the-clock rantings of Nancy Grace on CNN.)
Q. You say scholars of criminal justice, on the one hand, and of welfare policy, on the other, have ignored each other. Why?
That mutual ignorance reflects the fact that most scholars accept their object of study as it is preconstructed in reality and prescribed by the concerns of state officials. But it's also an effect of institutional inertia and intellectual lag. The late 19th century witnessed the disjunction of the social question from the penal question, with the rise of trade unions and social work, on the one side, and the development of criminal courts and the correctional prison, on the other. As the two problems came to be treated by separate institutions, they were also studied by different academic disciplines.But nowadays you can't track penal policy without reckoning with social policy, and vice versa. You can't understand trends in crime without factoring in the sea changes in welfare provision, public housing, foster care, and related state programs that set the life options of the populations most susceptible to street crime (as both perpetrators and victims). Conversely, you can't chart the trajectory of welfare recipients if you ignore the fact that they're embedded in households and neighborhoods involved in illicit activities and destabilized by the continual intrusion of the police and the prison.The penal state has become a major engine of stratification and a powerful cultural machine that decisively impacts the fate of the poor. No serious scholar of poverty and inequality can afford to overlook it. So I say, students of welfare and criminal justice, unite, you have nothing to lose but your conceptual chains!
Q. How are these developments part of the "neoliberal state"?
Economists have propounded a conception of neoliberalism that equates it with the rule of the "free market" and the coming of "small government." Well, that's the ideology of neoliberalism, not its reality. The sociology of neoliberalism as it exists reveals that it involves the building of a "centaur state," liberal at the top and paternalistic at the bottom. The neoliberal Leviathan practices laissez-faire toward corporations and the upper class, at the level of the causes of inequality, but is fiercely interventionist and authoritarian when it comes to dealing with the destructive consequences of economic deregulation at the lower end of the class spectrum.Against the "thin" conception of economists, I propose a "thick" sociological characterization of neoliberalism that adds three components to market rule: supervisory "workfare," an invasive police and prison apparatus, and the cultural trope of "personal responsibility" to glue them all together. The hypertrophic and hyperactive penal state built by America to contain the reverberations of social insecurity and inequality is not a deviation from neoliberalism but one of its constituent ingredients.
Q. Were such policy changes deliberate?
That's a tricky question: All public policies result from a mix of leadership intention, bureaucratic groping, organizational slippage, practical trial and error, and electoral profiteering. So there is political intent operating at multiple levels, but the overall shape of the neoliberal state is not subject to rational design. Not in America, at least, if only due to the extreme fragmentation of the bureaucratic field.I emphatically reject the conspiratorial view of history that assigns the punitive turn to a deliberate "plan" pursued by omniscient rulers, or derives it from the systemic necessities of some grand structure, whether it be capitalism, racism, or panopticism. Against the demonic myth of the "prison-industrial complex," I demonstrate that the prison boom is not driven by the search for profit but partakes of a political project of state-crafting. Against the tentacular vision of punishment derived from Foucault, I show that the deployment of the penal state is not diffusing throughout the whole social body capillary-style but aimed at stigmatized populations trapped at the foot of the hierarchy of classes and places. Like neoliberalism, the gargantuan penal Moloch invented in America is not a preordained necessity. Other historical paths out of the turmoil of the 1960s were open — and remain open.
Q. Is that why you see the campaign for law and order as a symbolic exhibition that you compare to pornography?
One of the challenges of Punishing the Poor is to overcome the ritual opposition between materialist approaches, descended from Karl Marx, and symbolic approaches, inspired by Émile Durkheim. The former see welfare and criminal justice as instruments for class control while the latter construe them as vehicles for communicating norms and binding communities. In reality, the prison is complex enough an institution to operate in both registers simultaneously.It is essential to heed the symbolic dimensions of punishment at a time when penal policy is increasingly driven by expressive considerations running amok. Crime fighting has mutated everywhere into a grotesque theater of civic morality that elected officials use to stage their masculine fortitude and vituperate against the "undeserving" poor, in order to shore up the deficit of legitimacy they suffer for abandoning the protective mission of the state on the social and economic front. Politicians will advocate measures — like youth curfews, automatic life sentences for recidivists, or chain gangs in striped uniforms — that are utterly worthless for reducing crime. But they are well suited to venting vengeful sentiments and to drawing sharp boundaries between "us," the law-abiding working families, and "them," the loathsome underclass.The feverish campaign to blacklist and banish sex offenders just when the incidence of sexual crimes is dropping, for instance, is incomprehensible from the strict standpoint of rational crime control. The diffusion of statutes like Megan's Law pushes sex offenders into clandestinity and increases their chances of reoffending. But it makes a good deal of sense if you consider that treating sex offenders like moral trash to be incinerated displaces collective anxiety from jobs, the family, and sexuality toward heinous lawbreakers.
Q. What will the third book in your trilogy argue?
Deadly Symbiosis disentangles the two-way relationship between racial division and the rise of the penal state in America to explain an apparent paradox: that prisons "blackened" rapidly after 1973, even as cohorts of criminals "whitened." I say "apparent" because, from its historical inception, the prison has never been a tool to fight crime: It is an instrument to manage deprived and dishonored populations, which is quite a different task. And so, after the acme of the civil-rights movement, the black lower class stuck in the crumbling ghetto became its privileged clients as they were made economically redundant by deindustrialization, politically expendable by the great white migration to the suburbs, and tainted by the triple stigma of race, poverty, and immorality.I show that by tracing the arc of racial domination in the United States from the colonial era to the present through the succession of the four "peculiar institutions" that have defined and confined African-Americans: chattel slavery, the Jim Crow regime of racial terrorism in the agrarian South, the urban ghetto in the industrial North, and the novel device formed by the joining of the hyperghetto and the neutralizing prison after the 1970s.The thorny political question that arises now is: Will the first black president break that noxious nexus and decouple blackness from dangerousness, not just on the political stage with his presence and performance, but in public policy? It is urgent to roll back the penal state because of the devastation it wrings on the black lower class, but also because it debases the ideal of justice for all citizens. http://www.marxmail.org/msg64569.html

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2009

ποιοι είναι οι θεατές της βίας κατά μεταναστών και προσφύγων;

Πλήθος οι καταγγελίες για τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε χώρους όπου διαβιούν ή συναθροίζονται μετανάστες και πρόσφυγες και την βία που συνεπάγονται. Σχεδόν δεν υπάρχει τίποτα άλλο να επικαλεστούμε, ενώ όλο και πιο συχνά επικαλούμαστε θεμελιακές αρχές του νομικού διαφωτισμού του 18ου αιώνα, αποσιωπώντας για λόγους οικονομίας ή αποτελεσματικότητας της επίκλησης, το γεγονός ότι τα δικαιώματα συνυπάρχουν με τις εξαιρέσεις τους.
Ωστόσο, το φαντασμαγορικό θέαμα της βίας που εκτυλίσσεται σχεδόν καθημερινά στη σκηνή των μεγάλων πόλεων, αυτή η υπερβολική, η σπάταλη βία σε ποιους απευθύνεται, ποιοι πρέπει να είναι οι θεατές της, τι πρέπει να "αποτρέψει". 
Φοβάμαι ότι η απάντηση δεν εμπεριέχεται στην ιδέα του κυριαρχικού κράτους που επιδεικνύει την πυγμή του. Για την ακρίβεια, το τελετουργικό της βίας παραπέμπει μάλλον στην φαντασμαγορία των βασανισμών της προνεωτερικότητας κι έτσι μοιάζει ανορθολογικό,  δεν ταιριάζει με τις σύγχρονες μορφές συγκρότησης του κράτους προκειμένου να συναθρώσουμε την υπερβολή και το θέαμα της βίας με την ζωτική ανάγκη αποκατάστασης της παντοδυναμίας κάποιας τρωθείσας κυριαρχικής εξουσίας. 
Αν επιχειρήσουμε να αναλάβουμε εμείς τον ρόλο του κοινού, των θεατών της βίας, ο στόχος μοιάζει ακόμα πιο ανορθολογικός. Πρώτον, γιατί δεν ανήκουμε στην ίδια κατηγορία με τα θύματα της βίας για να "παραδειγματιστούμε", δεν είμαστε μετανάστες ή πρόσφυγες και, θεωρητικά τουλάχιστον, κατέχουμε αυτό που εκείνοι διεκδικούν. Δεύτερον, γιατί δεν πρόκειται για καταστολή εγκληματικότητας αλλά για καταστολή της ύπαρξης κι αυτό ξεπερνάει κατά πολύ τους διακηρυγμένους στόχους περί νόμου και τάξης οι οποίοι δεν απαιτούν αιματηρές διαδικασίες, δεν απαιτούν πρόβες για την "τελική λύση". 
Οι ευρωπαίοι εταίροι μας, από την άλλη πλευρά, δεν πρέπει να νοιώθουν και ιδιαίτερα περήφανοι πνίγοντας τους κατατρεγμένους στη θάλασσα, για να τους δείξουμε ότι έχουμε κι εμείς καλές επιδόσεις σ' αυτόν τον τομέα. Όσο δε μεγαλώνει το κύμα της εισροής, τόσο αλλάζουν και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της καταστολής του, οι βίαιες πρακτικές δεν αποσιωπώνται, η ανάρμοστη εικόνα δεν κρύβεται σαν να είναι αυτό ακριβώς που πρέπει να λειτουργήσει, να κυκλοφορήσει η θέα του βασανισμένου σώματος, να πάει μακρυά, να πάει να συναντήσει τους άλλους που ετοιμάζονται για το μεγάλο ταξίδι, να τους τρομάξει, να τους αποτρέψει. 
Φοβάμαι ότι μόνον έτσι αποκτά νόημα η ανάρμοστη εικόνα, εάν οι θεατές της βρίσκονται έξω από το πεδίο παραγωγής της κι ο στόχος είναι να μην τολμήσουν διαβούν ποτέ τα σύνορα. Ο άνθρωπος είναι αυτοσκοπός και δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο άσκησης πολιτικών, λένε τα συντάγματά μας. Και δεν χρειάζεται καν να ξεσκονίσουμε τα κεφάλαια των εξαιρέσεων γιατί τούτοι οι ταξιδιώτες δεν νοούνται άνθρωποι κι έτσι μπορείς να βάζεις ποντικοπαγίδες για να τους ξεκαθαρίσεις , όλο και πιο πολλές, μέχρι να φτάσουν τα μαντάτα στα πέρατα της κοινωνίας των ποντικών μήπως κι αλλάξουν οι διαδρομές.
[η εικόνα είναι από τη διεύθυνση:

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

...in the western port city of Patras...

Greek police flatten migrant camp
By Malcolm Brabant BBC News, Athens
Greek riot police have led an operation to demolish a makeshift camp housing illegal immigrants in the western port city of Patras.
Ενόσω ο κ. Μαρκογιαννάκης, με δηλώσεις από την ιδιαίτερη πατρίδα του μερικές ώρες μετά την έφοδο της αστυνομίας στο καταυλισμό προσφύγων της Πάτρας, επιχαίρει για τις επιτυχίες της ελληνικής αστυνομίας στους πολέμους κατά του εγκλήματος, η σημερινή "Επιχείριση Πάτρα", όπως μεταδόθηκε από το BBC. Το link μού το έστειλε ο φίλος και συνάδελφος Λεωνίδας Χελιώτης, Λέκτορας Εγκληματολογίας στο University of London (Queen Mary)
[η εικόνα της ανάρτησης είναι από το patras.indymedia.org/front.php3?lang=el&artic..]