Τρίτη, 30 Ιουνίου 2009

εγκλεισμός για ζωή και θάνατο;

Η Χριστίνα Κυριμοπούλου είναι 20 χρόνων, έγκλειστη από τα 14 της. Στα χρόνια του εγκλεισμού της, αναζητάει τη ζωή που στερήθηκε, φλερτάροντας με το θάνατο, κομματιάζοντας το κορμί της με πολλαπλές απόπειρες αυτοκτονίας. Την ιστορία της την είχε αφηγηθεί η Ιωάννα Δρόσου σε παλιότερη ανάρτηση, διαβάστε την
Διαβάστε την κύριε Υπουργέ, ρωτήστε γι' αυτό το κορίτσι, κάντε κάτι πριν πετύχει η επόμενη απόπειρα αυτοκτονίας. Σήμερα πληροφορήθηκα ότι μια αναπάντεχη παράταση του εγκλεισμού της την έφερε για μια ακόμα φορά στο όριο του θανάτου. Έκοψε τις φλέβες της κι αρνήθηκε τη νοσηλεία. Και ξεκίνησε λευκή απεργία που σημαίνει αποχή από φαγητό, νερό και φαρμακευτική αγωγή.
Κάντε κάτι κι εσείς ομότεχνοί μου, φανείτε χρήσιμοι όσοι έχετε πρόσβαση στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Είναι μόνο 20 χρονών η Χριστίνα Κυριμοπούλου και είναι μπερδεμένη. Δεν ξέρει ποιος της έκλεψε τη ζωή, δεν ξέρει από ποιον να την ζητήσει πίσω και κομματιάζει λίγο-λίγο το κορμί της. Τελειώνει όμως ο χρόνος, και η Χριστίνα θα τα καταφέρει να αποδράσει. Όπως και τόσοι άλλοι που δεν τους αξιώσαμε με την προσοχή μας...

κρύβε λόγια!...

Σύμφωνα με γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, κ.Σανιδά, στα blogs δεν ισχύει το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης και επικοινωνίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 19 του Συντάγματος. Παράλληλα, ειδική μνεία γίνεται και στις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις μέσω κινητών, οι οποίες συνδέονται με εγκληματικές πράξεις.Η εν λόγω γνωμοδότηση εξεδόθη μετά από ερώτημα της Δίωξης Ηλεκτρονικού Εγκλήματος της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, σχετικά με το απόρρητο της επικοινωνίας μέσω του Internet και ειδικά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες σε διάφορες πύλες αναρτώνται υβριστικά ή απειλητικά δημοσιεύματα, φωτογραφίες παιδικής πορνογραφίας κλπ. Σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, δεν θα απαιτείται άδεια οποιασδήποτε Αρχής (συγκεκριμένα της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών, όπως ρητά αναφέρει η γνωμοδότηση) για να μπορούν προανακριτικές, ανακριτικές, εισαγγελικές και δικαστικές αρχές να ζητούν «ηλεκτρονικά ίχνη» εγκληματικής πράξης, όπως υβριστικών ή απειλητικών δημοσιευμάτων στο διαδίκτυο ή φωτογραφιών παιδικής πορνογραφίας. Η γνωμοδότηση αφορά επίσης τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και τα «εξωτερικά στοιχεία» τους: τα ονοματεπώνυμα και τα στοιχεία συνδρομητών, αριθμοί τηλεφώνων, χρόνος και τόπος κλήσης και διάρκεια συνδιάλεξης θα είναι προσβάσιμα στις αρχές με απλό αίτημά τους στους παροχείς των υπηρεσιών. Η γνωμοδότηση αναφέρει ρητά ότι η Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των Τηλεπικοινωνιών δεν δικαιούται να ελέγξει το εάν η απόφαση των δικαστικών αρχών για άρση του απορρήτου είναι σύννομη ή όχι, καθώς κάτι τέτοιο θα αποτελούσε «υπέρβαση της δικαιοδοσίας της».
ΕΡΕΥΝΑ
Πόσα ποινικά αδικήματα διαπράξατε σήμερα;
Μέχρι 5
Πάνω από 5 και λιγότερα από 10
Περισσότερα από 10
Δεν ξέρω/Δεν απαντώ

Δευτέρα, 29 Ιουνίου 2009

σε διατεταγμένη υπηρεσία...

"Απαραίτητη χαρακτήρισε, ο υπουργός Παιδείας, την ίδρυση πανεπιστημιακού τμήματος εγκληματολογικών επιστημών με τα δεδομένα της σημερινής εποχής ώστε «να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, ρεαλιστικά και μακροπρόθεσμα, όχι μόνο μέσω της καταστολής αλλά και μέσω της πρόληψης, τα κοινωνικά και θεσμικά προβλήματα και οι αιτίες που συμβάλλουν στην ανάδειξη της εγκληματικότητας και της παρανομίας σε κρίσιμο ζήτημα των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής ειρήνης στην Ελλάδα". http://www.tvxs.gr/v15291
[Ό]πως έδειξε ο Garland (1985c), η εγκληματολογία είναι, ήδη από τη γέννησή της, σύμφυτη με την αντεγκληματική πολιτική[1]. Αυτός άλλωστε είναι και ο "ευγενής στόχος" της: η εξάλειψη της εγκληματικότητας. Ελάχιστοι εγκληματολόγοι - παρά τις κατά καιρούς επικλήσεις της "επιστημονικής καθαρότητας" του κλάδου - τρέφουν ψευδαισθήσεις περί αυτού[2]. Το σύνολο της θετικιστικής παραγωγής (θεωρητικής και ερευνητικής) είτε στόχευε στη διαμόρφωση κάποιας πολιτικής είτε ήταν αποτέλεσμα της εμπλοκής εγκληματολόγων σε τέτοια προγράμματα. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της σχέσης είναι ότι οι εγκληματολόγοι αφ' ενός τείνουν να ασχολούνται με ζητήματα τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κάποια (άμεση ή έμμεση) εφαρμογή και αφ' ετέρου κατευθύνονται από τους επίσημους φορείς αντεγκληματικής πολιτικής (το κράτος) στη μελέτη θεμάτων που ενδιαφέρουν τους ίδιους. Διαμορφώνεται, έτσι, μία κυρίαρχη (ιδεολογικά και επιστημολογικά) εγκληματολογία στο πλαίσιο της οποίας κινούνται πανεπιστημιακοί, ερευνητές και νέοι επιστήμονες, χωρίς πολλά περιθώρια αμφισβήτησής της [Σεράσης, Η χαμένη τιμή της εγκληματολογίας, στο Εικόνες Εγκλήματος, Πλέθρον, 1999. Για εκτενέστερα αποσπάσματα βλέπε: http://crimevssocialcontrol.blogspot.com/2009/04/blog-post_26.html Η βιομηχανία ελέγχου του εγκλήματος ασκεί ηγεμονική επίδραση στην ακαδημαϊκή εγκληματολογία. Οι «πόλεμοι» κατά του εγκλήματος, των ναρκωτικών, της τρομοκρατίας, και τώρα της «αντικοινωνικής συμπεριφοράς» απαιτούν γεγονότα, αριθμούς, ποσοτικά δεδομένα και πορίσματα […] Απαιτούν «ισχυρά» γεγονότα και «χειροπιαστές» αποδείξεις (Hayward & Young, 2004, “Cultural Criminology. Some notes on the script”, στο Theoretical Criminology, vol. 8(3), special issue: 261-262) Η κυρίαρχη αναπαράσταση της εγκληματολογίας είναι αυτή μιας κατεξοχήν εφαρμοσμένης επιστήμης. Μια αναπαράσταση την οποία επικυρώνει και η δήλωση του Υπουργού παιδείας και την οποία θα μπορούσε ωραιότατα να έχει κάνει ο υπουργός δικαιοσύνης ή ο υφυπουργός εσωτερικών σε θέματα δημόσιας τάξης. Πράγματι, "εάν επιχειρήσει κανείς μια ανασύσταση της ιστορίας της εγκληματολογίας, από τις βεβαιότητες του θετικιστικού μοντέλου μέχρι την αμφισβήτηση της υπόστασης της ως αυτόνομου επιστημονικού κλάδου - μια συζήτηση που πυροδότησε η "στρατευμένη" εγκληματολογία του τέλους της 10ετίας του '60 και συνεχίζεται ακόμα και σήμερα στο περιθώριο της "ακαδημαϊκής" εγκληματολογίας - θα διαπιστώσει ότι δεν πρόκειται για μια εξελικτική πορεία αλλά, εντέλει, για μια ανακύκλωση της συζήτησης περί αντεγκληματικής πολιτικής. Σε μεγάλο βαθμό, οι ίδιες οι κριτικές προσεγγίσεις δεν αναπτύσσονται πλέον διαμέσου, αλλά παρακάμπτοντας το θεωρητικό μοντέλο μιας επιστήμης κριτικής, ικανής να θέτει ερωτήματα γύρω από την κοινωνική δομή και τους μηχανισμούς εμπέδωσης και αναπαραγωγής της. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η θεωρία, η συγκρότηση ενός θεωρητικού corpus γύρω από το έγκλημα και τον κοινωνικό έλεγχο, μοιάζει να εξοστρακίζεται ενόψει της ανάγκης για μια άμεση, πρακτική παρέμβαση μέσω της μεταρρύθμισης των ποινικών ή της προώθησης εξωποινικών θεσμών ελέγχου του εγκλήματος. Σ' αυτό το πλαίσιο, το κυρίαρχο "θετικιστικό" παράδειγμα αποδεικνύει για μια ακόμα φορά την ικανότητα του ν' απορροφά τους κραδασμούς και να επιβιώνει αλώβητο, τουλάχιστον ως προς το σκληρό πυρήνα του. να παράγει ορισμούς και ερμηνείες της πραγματικότητας του εγκλήματος και να νομιμοποιεί τις κυρίαρχες επιλογές στο χώρο του κοινωνικού ελέγχου" [από την Εισαγωγή μου στο Εικόνες Εγκλήματος].
Έτσι, αν θα έπρεπε να μιλήσει κανείς σήμερα για την επικρατούσα στον ακαδημαϊκό χώρο Εγκληματολογία, θα ήταν δύσκολο να αποσυνδέσει τη θεωρία, τον τρόπο διδασκαλίας και τα βασικά ερευνητικά της αντικείμενα από το χώρο της λεγόμενης αντεγκληματική πολιτικής -ή, σωστότερα, από τον «πόλεμο κατά του εγκλήματος». Κατά έναν, επιφανειακά, «παράδοξο» δε τρόπο, τις τελευταίες δεκαετίες μοιάζει να κλείνει ένας ιδεολογικός κύκλος, καθώς ο λόγος περί εγκλήματος επιστρέφει στις καταβολές του, τουτέστιν στον ιταλικό Θετικισμό και τις αντιλήψεις περί «ιδιαιτερότητας» του εγκληματία, η οποία ορίζεται κοινωνικά, φυλετικά..., χωρίς να αποκλείονται και οι γενετικές κατωτερότητες συσχετιζόμενες την φυλή, ενώ η νοηματοδότηση αυτή συμπεριλαμβάνει συνολικά και την ομάδα προέλευσης του εγκληματία. Αυτό σημαίνει ότι, για μια ακόμα φορά, αποσυνδέεται το έγκλημα από το πλέγμα των κοινωνικών συγκρούσεων και προβλημάτων που βρίσκονται στη βάση της εκδήλωσής του, καθώς υποβαθμίζονται οι διαδικασίες μέσω των οποίων αυτό το «τελικό προϊόν» κατασκευάστηκε κοινωνικά (ανεργία, ρατσισμός, καταναλωτική κουλτούρα, κοινωνικές πρακτικές που υποθάλπουν τη βία κλπ.) [Melossi, Κοινωνική θεωρία και μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία, στο Εικόνες Εγκλήματος, Πλέθρον, 1999] Τα παραθέματα της ανάρτησης παραπέμπουν σε ένα πλήθος αναλύσεων οι οποίες καταχωρίζονται ως "παρεκκλίνουσες" επιστημονικές απόψεις, καθώς είτε θέτουν νέα ζητήματα είτε αμφισβητούν το ίδιο το σύστημα, επί της ουσίας αναδεικνύουν τον πυρήνα αυτής της προβληματικής, τουτέστιν την εγγενή σχέση της εγκληματολογίας με την εξουσία, όπως εξάλλου παρουσιάζεται στο προαναφερθέν άρθρο του Τηλέμαχο Σεράση. Η προφανέστατη συνάρτηση της εξαγγελίας του υπουργού παιδείας με τους επίσης εξαγγελθέντες "πολέμους κατά της εγκληματικότητας" ενόψει της αποκατάστασης της κλονισμένης εικόνας μιας σταθερής κυβέρνησης, όχι απλώς επιβεβαιώνει αυτή τη σχέση αλλά την εκχυδαΐζει, ακυρώνει εξ ορισμού τη δυνατότητα μιας, έστω προσχηματικής, υπεράσπισης του χαρακτήρα της εγκληματολογίας ως επιστήμης που ορίζει η ίδια τα ερωτήματα της και τα μεθοδολογικά εργαλεία για τη διερεύνησή τους, ενώ ταυτόχρονα παγιώνει και την αναπαράσταση των εγκληματολόγων ως κρατικών λειτουργών, σε διατεταγμένη υπηρεσία φύλακα της τάξης. Ελπίζω να υπάρξουν αντιδράσεις απ' τη μεριά των εγκληματολόγων, που να υπενθυμίζουν έστω ότι είναι εξευτελιστικό να απαντά η δημιουργία πανεπιστημιακών τμημάτων στις ανάγκες της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας και με εκφρασμένο στόχο να την υπηρετήσουν με βάση προδιαγεγραμμένο υπουργικό σχεδιασμό. [1] Όπως σημειώνουν και οι Taylor, Walton & Young (1973: 10), "Είναι σημαντικό να διαστείλουμε το θετικισμό όπως χρησιμοποιείται στην εγκληματολογία και το θετικισμό στην κοινωνιολογική και ψυχολογική θεωρία συνολικά, τουλάχιστον επειδή ο εγκληματολογικός θετικισμός είναι εμφανώς πλαισιωμένος με μία αντίληψη άμεσης πρακτικής εφαρμογής". [2] Το 1990 η πρόεδρος της Αμερικανικής Εταιρίας Εγκληματολογίας, Joan Petersilia, διευθύντρια του Προγράμματος Ποινικής Δικαιοσύνης του RAND Corporation, στην κεντρική ομιλία της στο ετήσιο συνέδριο εκφράζει την ανησυχία της για την κάποια χαλάρωση της σχέσης αυτής: "Μέρος της δεδηλωμένης αποστολής μας είναι να αποτελούμε ένα φόρουμ για την ανταλλαγή πρακτικών πληροφοριών μεταξύ των ερευνητών και του πεδίου - εκείνων που σχεδιάζουν τις πολιτικές και εκείνων που τις εφαρμόζουν. Κάτι τέτοιο φαίνεται ιδιαίτερα επιτακτικό σε μια εποχή που το έγκλημα αποτελεί σημαντικό μέλημα για το κοινό και το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης βρίσκεται κυριολεκτικά σε κρίση. Παλιά η σύνδεση μεταξύ της έρευνας και του συστήματος ήταν ουσιαστικά ενσωματωμένη στο διδακτικό προσωπικό και τους φοιτητές. Αλλά από τότε που οι επιστήμονες αντικατέστησαν σε μεγάλο βαθμό του ανθρώπους της πράξης στην αίθουσα διδασκαλίας και στην έρευνα, ο δεσμός εξασθένισε και, μαζί με αυτόν, και εκείνη η μορφή άμεσης επίδρασης" (Petersilia, 1991: 3-4)

Κυριακή, 28 Ιουνίου 2009

η πολιτική της καταστολής ή η καταστολή της πολιτικής

Θα έχετε ακούσει, φαντάζομαι, κάποιους ισχυρισμούς, ακόμη και εντός ΣΥΝ, ότι είχατε δρομολογήσει τις κινήσεις σας με στόχο να επιταχύνετε τις εξελίξεις εντός του ΣΥΝ και του ΣΥΡΙΖΑ. Είναι έτσι;
«Υπάρχει και αυτή η διάσταση. Δεν είναι όμως η μοναδική. Εκ των πραγμάτων λειτούργησε έτσι. Μη μηδενίζετε όμως τον προσωπικό παράγοντα. Για μένα η συμμετοχή στην πολιτική δεν είναι ούτε σκάκι, ούτε πόκα, ούτε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Υπάρχει το συναίσθημα. Η απογοήτευση και η χαρά, το πανηγύρι και το πένθος. Όταν αυτά είναι πηγαία, πιστεύω ότι ζωογονούν και δίνουν χρώμα στο γκρίζο τοπίο. Έτσι μέσα από τη σύγχυση του σήμερα έρχεται η ελπίδα του αύριο».
Πάντως «θύματα» υπήρξαν, με σπουδαιότερο τον άλλοτε εκλεκτό σας κ. Τσίπρα. Πολλοί εκτιμούν ότι ουσιαστικά τον «αποκαθηλώσατε». Είναι έτσι; «Η ανάγνωση των προβλημάτων μόνο προσωποποιημένων υποβιβάζει και ευτελίζει την κατανόηση των πραγμάτων. Ο Τύπος “μαυρίζει” τα κύρια ονόματα και αναζητεί βυζαντινές μηχανορραφίες. Ασφαλώς και η προσωπική στάση του καθένα έχει μεγάλη σημασία. Η κατανόηση όμως κατακτάται σε ένα ψηλότερο επίπεδο, όπου αναδείχνεται το πλαίσιο μέσα στο οποίο λειτουργούν τα πρόσωπα». [από τη συνέντευξη του Αλέκου Αλαβάνου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 28/6/2009) Δεν είναι αυτός ο κατάλληλος χώρος για να αναφέρω τις δικές μου σκέψεις σε σχέση με τη σεισμική δραστηριότητα που εκδηλώνεται στον ΣΥΡΙΖΑ. Ο λόγος που παραθέτω αυτά τα αποσπάσματα από τη συνέντευξη του Αλέκου Αλαβάνου είναι αφ' ενός μεν γιατί αποτελούν υποδείγματα της εμμονής των ΜΜΕ να μεταφέρουν τη συζήτηση στο επίπεδο της "προσωπικής διαμάχης"[τυπικό παράδειγμα, η πολλαπλά επαναλαμβανόμενη ψυχαναλυτίζουσα ερμηνεία της θανάτωσης του πατέρα!], αφ' ετέρου δε [και κυρίως!] γιατί, σε πείσμα αυτής της εμμονής, οι απαντήσεις παραμένουν πολιτικές μέσα από έναν "αιρετικό" λόγο για τη σχέση δημόσιου / ιδιωτικού στο χώρο της πολιτικής.
Έτσι, συναρθρώνοντας αυτά τα δύο στοιχεία, θαρρώ πως αναγνωρίζω ένα μείζον πολιτικό ζήτημα που αφορά ευρύτερα τους Λόγους περί αιρετικών ή παρεκκλινόντων στον δημόσιο χώρο. Λόγους που αρθρώνονται στο επίπεδο της φυσικοποίησης των μηχανισμών ελέγχου και ακύρωσης του ατόμου ή, αντίστροφα, στην εστίαση στο άτομο αλλά με όρους που επιβεβαιώνουν και νομιμοποιούν τους μηχανισμούς ελέγχου και αποδιοπόμπευσης. Μια κατασταλτική διαδικασία, με δυο λόγια, που ομνύει στο "καλό του συνόλου" υποδεικνύοντας διαταρακτικά άτομα ή μεταφέροντας τις συγκρούσεις στο αποπολιτικοποιημένο επίπεδο των διαπροσωπικών σχέσων.
Χαίρομαι που δεν φοβήθηκε ο Αλέκος Αλαβάνος να πει: " Για μένα η συμμετοχή στην πολιτική δεν είναι ούτε σκάκι, ούτε πόκα, ούτε ηλεκτρονικό παιχνίδι. Υπάρχει το συναίσθημα. Η απογοήτευση και η χαρά, το πανηγύρι και το πένθος. Όταν αυτά είναι πηγαία, πιστεύω ότι ζωογονούν και δίνουν χρώμα στο γκρίζο τοπίο".
Ακόμα κι αν αυτή η δήλωση "επιβεβαιώσει" την καλλιεργούμενη εικόνα του "παρορμητικού ηγέτη", που είναι ανίκανος να ελέγξει το συναίσθημά του.
Γιατί το πρόβλημα το έχει η "εικόνα", η απαγορευμένη αναφορά στο συναίσθημα και, συνάμα, η συνακόλουθη ερμηνεία που διαρρηγνύει τη συλλογικότητα και υποδεικνύει "καλούς" ή "κακούς" ηγέτες, αναπαράγοντας μιντιακούς λόγους, όπου: "Η ανάγνωση των προβλημάτων μόνο προσωποποιημένων υποβιβάζει και ευτελίζει την κατανόηση των πραγμάτων. Ο Τύπος “μαυρίζει” τα κύρια ονόματα και αναζητεί βυζαντινές μηχανορραφίες". Αυτός ακριβώς ο λόγος, που προσωποποιεί και δραματοποιεί την συνθήκη μέσα από φαντασμαγορικές αφηγήσεις, ακυρώνοντας έτσι την πολιτική ως πεδίο παραγωγής της συνθήκης. Υπάρχει, όμως, και το άλλο επίπεδο που καθιστά κατεξοχήν πολιτική, κατά τη γνώμη μου, την αναφορά του Αλέκου Αλαβάνου στο συναίσθημα: Το βιωματικό επίπεδο του "γκρίζου τοπίου", εκεί όπου η αποδιοπόμπευση αφορά πρόσωπα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ανοχή σε πρακτικές που πλήττουν την αξιοπρέπειά τους. Η καχυποψία, οι αποκλεισμοί, το σηκωμένο δάκτυλο του εκάστοτε χρισμένου κήνσορα, η έκπληξη και η πίκρα όταν αναγνωρίζεται ο εαυτός σου στους αποσυνάγωγους, η αίσθηση ότι θα τεθείς "υπό δοκιμασία" για να αξιωθείς πάλι την συμπερίληψη στους περιούσιους. Η πειθαρχική διαδικασία με δυο λόγια, το δικαστήριο των προθέσεων, με επιβαρυντική συνθήκη μάλιστα την μη νομιμοποίηση του "τιμωρού" από την μεριά του "τιμωρούμενου", μιας και το πεδίο δεν συγκροτείται από αντικείμενα που έχουν ένα, μοναδικό και αυτονόητο νόημα, το οποίο καθορίζει και τις παρεκκλίσεις· οι σεισμικές δονήσεις που αναπόφευκτα θα προκαλεί η πολιτική της καταστολής, όταν εξ ορισμού είναι ανέφικτη η επίτευξη συναίνεσης. Νομίζω ότι αυτή η συνθήκη είναι η επιτομή της απαγορευμένης σχέσης προσωπικού / πολιτικού. Κουράγιο να έχουμε, για να μην ψάχνουμε μετά καπεταναίους να τους φορτώσουμε την ευθύνη για την καταστολή της πολιτικής.

Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

αναμνήσεις απ' το μέλλον... "Σταματήστε αυτό το παραλήρημα"


Και όμως, το έχω ζήσει. Ήμουνα πολύ νέα, ευάλωτη στις βεβαιότητες περί παντοδυναμίας της νιότης και, κυρίως, με κατοχυρωμένη μια κοινωνική ταυτότητα που με θωράκιζε με μια αίσθηση σιγουριάς. Μεγάλη υπόθεση η κοινωνική ταυτότητα! Τόσο που να θολώνει μια εσαεί συνθήκη εγγύτητας με τα θύματα της βίας, θεσμικής ή εξωθεσμικής.
Έστω και μ' αυτούς τους όρους, λοιπόν, το έχω ζήσει.
Μέσα της 10ετίας του 1970, Ρώμη, Piazza Bologna. Το MSI [Ιταλικό Σοσιαλιστικό κίνημα], δηλαδή το φασιστικό κόμμα του Almirante, σε επίπεδο ποσοστών κυμαινόταν γύρω στο 9% αλλά η έντονη παρουσία του ήταν εντελώς αναντίστοιχη μ' αυτό το ποσοστό. Στην Piazza Bologna δε, ήταν μια από τις μεγαλύτερες οργανώσεις του, την γνωριμία της οποίας έκανα ήδη τη δεύτερη μέρα της άφιξής μου, όταν, περνώντας έξω από τα γραφεία τους, είδα κάτι μπρατσωμένους να κουβαλάνε σηκωτό έναν συγκάτοικό μου παίζοντας μαζί του τη γάτα με το ποντίκι: "Αυτός είναι!", "Όχι, δεν είναι αυτός", "Κι αυτόν τι να τον κάνουμε;" κ.ο.κ. Τον άφησαν πανιασμένο απ' τον τρόμο, τον πέταξαν σαν κουρέλι στο πεζοδρόμιο. Δεν χρειάστηκε πολύ, λοιπόν, για να μάθω ότι είμαστε στόχος ως έλληνες και αριστεροί -το τελευταίο εικαζόταν και στην περίπτωση του έντρομου συγκάτοικού μου δεν ίσχυε κιόλας! Ήμασταν όμως υπό στενή παρακολούθηση που ξεκινούσε από τις συνελεύσεις του συλλόγου ελλήνων φοιτητών και συνεχιζόταν στις γειτονιές των "επισημασμένων" -με μια χαλαρότητα η επισήμανση, καλύτερα ένας "άδικα" δαρμένος παρά δέκα τσογλάνια αριστεροί άδαρτοι! Στείλανε κάποιους από εμάς στο νοσοκομείο, σύνηθες το κυνηγητό με μηχανές και με αλυσσίδες για να κτυπήσουν όποιον προλάβαιναν και άλλοτε η επίθεση ήταν συμβολική για να μας θυμίζουν απλώς την παρουσία τους και να μας αναγκάζουν να αλλάζουμε διαδρομές όταν εντοπίζαμε ή υποψιαζόμαστε πού μας την είχαν στημένη. Κομμάτι της ζωής μας, λοιπόν. Που το είχα σχεδόν ξεχάσει, ίσως γι' αυτό ακριβώς, γιατί ήταν απλώς ένα κομμάτι μιας ζωής που τίποτα δεν την νοηματοδοτούσε ως "λαθραία", "ανάξια να βιωθεί". Εμείς και οι φασιστικές συμμορίες. Και πίστευα για χρόνια, αφελώς, ότι μονάχα εμείς επιζήσαμε και ευημερούμε.
Ιταλία 2009. Το σχεδόν ανύπαρκτο σε επίπεδο ποσοστών MSI, κάνει θεαματική παρουσία στο κοινωνικό πεδίο: Ronde nere. Μαύρες περιπολίες. "Φθάνουν οι μαύρες περιπολίες έτοιμες να παρελάσουν. Παρουσιάστηκε χθες στο Μιλάνο η Ιταλική Εθνοφυλακή, φοράνε γκρίζα πουκάμισα κι επιδεικνύουν ως σύμβολο τον ρωμαϊκό αετό" [τίτλος και υπότιτλος άρθρου στο il Manifesto της 14 Ιουνίου], ενώ στο lead του δημοσιεύματος αναφέρεται ότι οι ομάδες εθελοντών για την ασφάλεια και τον έλεγχο της περιοχής, τις οποίες δημιούργησε το Κοινωνικό Κίνημα, θα δραστηριοποιηθούν αμέσως μόλις η Γερουσία δώσει το ελεύθερο". "Σταματήστε αυτό το παραλήρημα, ζητά ο σκιώδης υπουργός ασφάλειας του Δημοκρατικού κόμματος [Pd] της αντιπολίτευσης, Marco Minnitti.Είναι ένα πλήγμα στην καρδιά της φιλελεύθερης δημοκρατίας".
Περισσότερες αναφορές και σχόλια σχετικά με το πώς αθρώνεται ο δημόσιος λόγος για τις μαύρες περιπολίες, θα περιλαμβάνει το κείμενο που θα αναρτήσει τις επόμενες μέρες ο Αριστοτέλης Νικαλαϊδης.
Να υπενθυμίσω, ωστόσο, ότι η ιστορία της θεσμοθέτησης ομάδων "εθελοντών" φυλάκων της τάξης δεν είναι άγνωστη και στα καθ' ημάς: Πριν λίγα χρόνια ο Δήμαρχος Βύρωνα ανακοίνωσε επίσημα το πρόγραμμα «εθελοντών φύλαξης», παρουσία και του τότε υπουργού δημόσιας τάξης Γ. Βουλγαράκη. Το εγχείρημα δεν προχώρησε λόγω των έντονων αντιδράσεων που εκφράστηκαν από την αντιπολίτευση και δημότες του Βύρωνα. Τότε μπορούσαμε ακόμα να μιλάμε για γελοιότητα, η οποία αποτυπώνεται και στον διάλογο που μεταφέρει ο Τάκης Καμπύλης στη στήλη Ενστάσεις, τότε στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ:
«ΔΗΜΟΣ ΒΥΡΩΝΑ, λέγετε». - 
-Καλημέρα, θα ήθελα πληροφορίες για το πρόγραμμα εθελοντικής φύλαξης. 
«Εμείς ζητάμε να κάνετε περιπολίες με αυτοκίνητο του δήμου, από τις 10 το βράδυ μέχρι τις 5 το πρωί μια φορά τον μήνα». 
- Μόνος μου; 
«Όχι, θα είστε δύο εθελοντές στο περιπολικό και θα υπάρχει επόπτης του δήμου μαζί σας». 
- Περιπολικό; 
«Ναι, αυτοκίνητο με σειρήνα, προβολέα, όπως της Αστυνομίας, αλλά με άλλα χρώματα. Θα έχετε και κινητό ώστε όταν δείτε κάτι ύποπτο, να ενημερώσετε την Αστυνομία». 
- Τι εννοείτε ύποπτο; 
«Θα γίνουν σεμινάρια και θα σας εξηγήσουν».
 - Πόσο θα διαρκέσουν; 
«Δεν έχει καθοριστεί». 
- Από ποιους θα γίνουν τα σεμινάρια; 
«Ούτε αυτό έχει καθοριστεί». 
- Θα φοράω στολή; 
«Περίπου - καπέλο, μπουφάν και θα έχετε και σφυρίχτρα». 
- Αν κάτι μου συμβεί;
«Θα έχετε ασφαλιστική κάλυψη». 
- Από πού; 
«Νομίζω από την... (αναφέρει γνωστή εταιρεία)» (σ.σ.: πολλά σημαντικά «δεν έχουν ακόμη καθοριστεί», αλλά η εταιρεία βρέθηκε) 
- Αυτή η προσφορά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μοριοδότησή μου ή για προνομιακή πρόσβαση σε άλλες υπηρεσίες του δήμου; 
«Όχι... Θα έχετε βέβαια κάποια δωρεάν εισιτήρια στο Θέατρο Βράχων, εκπτωτική κάρτα σε καταστήματα, τέτοια πράγματα»

Λίγα χρόνια μετά, σήμερα, δεν έχουν θεσμοθετηθεί ανάλογα προγράμματα, αλλά η ιδέα του "εθελοντή εξολοθρευτή" είναι διάχυτη και στη γειτονική Ελλάδα και υλοποιείται καθημερινά στο κέντρο των πόλεων, στον Άγιο Παντελεήμονα, στη Μανωλάδα... 
 Η μείζων και ειδοποιός διαφορά από τις αναμνήσεις της νιότης μου είναι ότι πλέον οι εκκαθαρίσεις αφορούν ανθρώπους σε αναζήτηση κοινωνικής ταυτότητας, νοηματοδοτημένους ως οχληρές παρουσίες, ως "ζωές ανάξιες να βιωθούν". Όμως, έστω κι έτσι, για μια σειρά λόγους σημαντικούς ή ασήμαντους, θυμήθηκα ότι το έχω ζήσει χωρίς να φαντάζομαι τότε ότι θα γινόταν ανάμνηση απ' το μέλλον.

Παρασκευή, 26 Ιουνίου 2009

το αίνιγμα της φυλακής και οι κλειδωμένες νύχτες...






Λέει ο Foucault: «Η υιοθέτηση της ποινής του εγκλεισμού δεν είναι απλώς πρόσφατη, είναι και αινιγματική. Την ίδια στιγμή που σχεδιαζόταν η εφαρμογή της, αποτελούσε αντικείμενο της πιο βίαιης κριτικής. Μιας κριτικής που στηριζόταν σε θεμελιώδεις αρχές, γινόταν όμως επίσης με βάση τις δυσλειτουργίες που ήταν δυνατόν να επιφέρει ο εγκλεισμός στο ποινικό σύστημα και γενικότερα στην κοινωνία» (Foucault, 1989: 73). Παρόλα αυτά, και πέρα από τις προθέσεις των εμπνευστών της, που δεν εισηγήθηκαν τον εγκλεισμό ως γενικευμένη ή μείζονα ποινή, η φυλακή απέκτησε ηγεμονικό ρόλο στον χώρο των τιμωρητικών πρακτικών, όπως αναδεικνύει και το γεγονός ότι στο καθημερινό ιδίωμα οι όροι φυλακή και ποινή χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημοι. Έστω, λοιπόν, και με περιστασιακές κρίσεις νομιμοποίησης η φυλακή επιδεικνύει μια εξαιρετική αντοχή στο χρόνο, επιβιώνοντας μέσα από επιδερμικές μεταρρυθμίσεις, έτσι ώστε κατά τις τελευταίες δεκαετίες να διανύουμε μια ακόμα περίοδο μεγάλου εγκλεισμού, καθώς καταγράφονται σε παγκόσμιο επίπεδο δραματικά ανοδικοί δείκτες φυλάκισης.[1]


Μάθημα, "Κοινωνιολογικές και πολιτισμικές προσεγγίσεις των τιμωρητικών συστημάτων". Αίθουσα αχανής, γιατί δεν υπήρχε άλλη διαθέσιμη. Ήταν περίπου στη μέση του εξαμήνου και το ερώτημα που είχαμε θέσει προς συζήτηση αφορούσε το αίνιγμα της φυλακής: Πώς είναι δυνατόν να διατηρείται και να ευημερεί ένας θεσμός, ο οποίος ουδέποτε κατάφερε να επιτελέσει τις λειτουργίες που διατείνεται η θεωρητική του θεμελίωση (έλεγχο του εγκλήματος, αναμόρφωση του εγκληματία), όπως, άλλωστε, παραδέχονται και οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του;


Το πλαίσιο της συζήτησης το διαμόρφωναν κοινωνιολογικές και πολιτισμικές μελέτες των τιμωρητικών συστημάτων οι οποίες, αναδεικνύοντας διάφορες οπτικές της σχέσης ανάμεσα στη φυλακή και την κοινωνική-πολιτισμική δομή, αναφέρονται σε εμφανείς ή λανθάνουσες λειτουργίες του κυρίαρχου τιμωρητικού θεσμού, οι οποίες τείνουν να ερμηνεύσουν το, εκ πρώτης όψεως, παράδοξο γεγονός της μακροβιότητας της φυλακής και της μη επινόησης εναλλακτικών ποινικών μορφών με ανάλογη αντοχή στο χρόνο.


Στην επικαιρότητα, οι κινητοποιήσεις των γυναικών κρατουμένων για την κατάργηση του κολπικού ελέγχου. Στο μάθημα κάλεσα να συμμετάσχει η Ιωάννα Δρόσου, υποψήφια διδάκτορας στο τμήμα Κοινωνιολογίας του Παντείου, με ερευνητικό αντικείμενο τις γυναικείες φυλακές, και μέλος της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατούμενων. Η εισήγησή της είχε αντικείμενο: "Το έγκλειστο γυναικείο σώμα" -λίγο καιρό μετά πέθανε η Κατερίνα Γκουλιώνη, στη διάρκεια πειθαρχικής μεταγωγής. Το έγκλειστο νεκρό γυναικείο σώμα.


Άπλωσε η Ιωάννα τις σημειώσεις της και άρχισε να παρουσιάζει τα στοιχεία που είχε συγκεντρώσει. Καμία φόρτιση στη φωνή της, καθόλου ένταση, ακόμα κι όταν τα στοιχεία, τα hard data των αριθμών, "διολίσθαιναν" στην ατομική περίπτωση, υπό μορφή παραδείγματος. Η ένταση, όμως, είχε περάσει στο ακροατήριο. Καθισμένη στα πίσω καθίσματα, την ένοιωθα να διατρέχει την αίθουσα σαν άνεμος που δυνάμωνε όσο προχωρούσε η παρουσίαση. Τα στοιχεία συναρθρωμένα με την ατομική περίπτωση. Το αίνιγμα της φυλακής μεταφρασμένο στο αίνιγμα της ανθρώπινης ζωής τοποθετημένης στο όριο ανάμεσα σε ζωή και θάνατο. Οι συνεχείς ερωτήσεις που δεχόταν η Ιωάννα, την έκαναν να "ξεστρατίζει" συνεχώς στην ατομική περίπτωση. Κοιτούσε το ρολόι της, "δεν θα προλάβουμε", και της έγνεψα να συνεχίσει έτσι, ν' ακολουθήσει τους όρους που είχε παγιώσει πια το ακροατήριο. Κοντά τέσσερις ώρες χωρίς διάλειμμα, καθώς άρχισε να παράγεται ένας κοινωνικός λόγος, ο οποίος υποδεχόταν και αλληλεπιδρούσε με τον επιστημονικό λόγο και τον λόγο των αριθμών. Ένας λόγος για τη φυλακή ως την επιτομή των χώρων και μορφών στέρησης της ελευθερίας με όλα τα συγκείμενα αυτής της συνθήκης...


Ήταν καλή αυτή η τάξη. Σήμερα δώσανε εξετάσεις σ' αυτό το μάθημα. Δεν ξέρω ακόμα τις επιδόσεις αλλά ξέρω καλά την επικοινωνία που κατακτήσαμε, ακόμα και "εκτός θέματος", ακόμα ή μάλλον κυρίως όταν οι ερωτήσεις με άφηναν άναυδη γιατί εντοπίζανε ζητήματα όπου κτυπούσε η καρδιά της κριτικής, του αινίγματος, και εγώ δεν τα είχα σκεφτεί ποτέ. Εντός ή εκτός θέματος. Όπως το γράμμα του Γιώργου Βούτση-Βογιατζή που διάβασα σήμερα σε διάφορες ιστοσελίδες, αλλά είχε τελειώσει πια το εξάμηνο και έτσι δεν προλάβουμε να το σχολιάσουμε:


"Αλλεπάλληλοι επιθανάτιοι ρόγχοι, αίματα από τη μύτη και το στόμα. Οι παλμοί πέφτουν και η καρδιά σταματάει να δίνει σήμα. Κλοτσιές στην πόρτα του θαλάμου, φωνές. Μάταια για αρκετή ώρα φωνάζουμε τους δεσμοφύλακες να ανοίξουν. Ο πρώτος που φτάνει, ψυχρός, κυνικός, δέσμιος του διαρκή του φόβου για απόδραση μέσω σκηνοθετημένων περιστατικών αλλά και των πολλών ταινιών που βλέπει, αρνήθηκε κατηγορηματικά να ξεκλειδώσει. Ούτε καν η θέα του αιμόφυρτου σε κώμα παιδιού δεν τον συγκίνησε. Έπρεπε, λέει, να ενημερώσει το διευθυντή. Άλλο ένα δεκάλεπτο καθυστέρησης και η καρδιά του Σπύρου Γαρδικλή δεν αντέχει άλλο...."


...ένας λόγος ασυνεχής που μεταφέρει τη συζήτηση εκεί όπου δεσπόζει το ανθρώπινο δράμα, από τον τιμωρητικό θεσμό στον έγκλειστο άνθρωπο.


[1] Από την Εισαγωγή μου στο Εικόνες Φυλακής, Πατάκης, 2006

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

Η άλλη πλευρά του AIDS

Από το 1984 που ο δρ. Robert Gallo ανακάλυψε και αποκάλυψε τον ιό του AIDS η κυρίαρχη άποψη είναι ότι για το AIDS ευθύνεται ο ιός HIV. Δημιουργήθηκε ένα εργαστηριακό τεστ που στην καθομιλουμένη ονομάζεται «εξέταση AIDS». “Έχουμε εξέταση, αλλά δεν είναι εξέταση για το AIDS. Αποκαλείται εξέταση για τον HIV αλλά δεν είναι εξέταση για τον HIV” (Christine Maggiore, συγγραφέας του βιβλίου: Τι θα λέγατε, αν όλα όσα ξέρατε για το AIDS ήταν λάθος;). Όσοι μελετούν τα τελευταία χρόνια αυτό που αποκαλείται AIDS, διαπιστώνουν ότι μοιάζει όλο και περισσότερο με ένα κατασκευασμένο σύνδρομο, με ένα σύνολο βιολογικών προβλημάτων που αναζητούν μια κοινή αιτία. “Ήταν πολύ περίεργο αυτό που έγινε. Πολύ περίεργο. Δεν υπάρχει κανένα ιατρικό προηγούμενο, εκτός κι αν σκεφτεί κανείς τον δαιμονισμένο. Όταν κάποιος είναι δαιμονισμένος, ό,τι κι αν του τύχει θα πρέπει να οφείλεται σ’ αυτό, σωστά;” (Kary B. Mullis, κάτοχος βραβείου Νόμπελ Χημείας 1993). Χωρίς να υπάρχει κανένα επιστημονικό-ιατρικό τεκμήριο μέχρι στιγμής που να αποδεικνύει κάτι σχετικό, θεωρείται ότι υπεύθυνος για το AIDS είναι ο ιός HIV. Ο ιός HIV όμως δεν έχει βρεθεί ποτέ στο ανθρώπινο σώμα! Με βάση αυτή την εξέταση για το AIDS, από τα μέσα της δεκαετίας του 1980, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι ακολουθούν φαρμακευτικές αγωγές που στην πλειοψηφία των περιπτώσεων οδηγούν στο θάνατο. Ελλείψει άλλων ιατρικών τεκμηρίων, κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι περισσότεροι ασθενείς του AIDS που έχουν πεθάνει, δεν έχουν πεθάνει από την ασθένεια αλλά από τη φαρμακευτική αγωγή. Οι μόνοι που ισχυρίζονται το αντίθετο με πάθος είναι οι εκπρόσωποι των φαρμακευτικών εταιρειών και οι υπεύθυνοι των ερευνητικών ινστιτούτων που χρηματοδοτούνται ώστε να βρουν αποτελεσματικά φάρμακα για το AIDS. Είναι οι ίδιοι που υπεραμύνονται της κυρίαρχης ερμηνείας ότι υπαίτιος για το AIDS είναι ο ιός HIV. Τι συμβαίνει με όσους διατυπώνουν μια εναλλακτική άποψη; Ένα πρώτο παράδειγμα έρχεται από το χώρο της επιστήμης. Είναι ο καθηγητής μοριακής βιολογίας του πανεπιστημίου του Berkeley της Καλιφόρνια Peter Duesberg, ο οποίος έχει υπάρξει δυο φορές υποψήφιος για Νόμπελ για τις μελέτες του στον καρκίνο. “Είχα του φοιτητές που ήθελα, το εργαστήριο που ήθελα. Είχα τις επιχορηγήσεις που ήθελα. Με εξέλεξαν στην Εθνική Ακαδημία. Έγινα Επιστήμονας της Χρονιάς στην Καλιφόρνια. Όλες οι εργασίες μου εκδίδονταν. Σχεδόν δεν μπορούσα να κάνω λάθος. Σε επαγγελματικό επίπεδο εννοώ. Μέχρι που άρχισα να αμφισβητώ τον ισχυρισμό ή τη θεωρία ότι ο HIV είναι η αιτία του AIDS. Τότε άλλαξαν όλα”. Το δεύτερο παράδειγμα έρχεται από την καθημερινή ζωή. Η Kathleen Tyson διαγνώστηκε ως φορέας του HIV το 1997. Με τον υγιή σύζυγο της έχουν κάνει δυο υγιέστατα παιδιά. Όταν γέννησε το δεύτερο γιό της, η Πολιτεία του Όρεγκον της πήρε την νομική κηδεμονία και την υποχρέωσε να δίνει στο νεογέννητο παιδί της το φάρμακο AZT, ένα πολύ ισχυρό σκεύασμα χημειοθεραπείας που καταστέλλει την παραγωγή του DNA στον ανθρώπινο οργανισμό. “Καταλαβαίνω πως υπάρχει κόσμος που αν τον ρωτήσεις αν ο HIV είναι σίγουρα η αιτία του AIDS, θα σου πουν ναι, είναι αδιαμφισβήτητο. Και αυτό ακριβώς είναι που σε κάνει να αμφισβητείς την ικανότητά τους να κατανοήσουν πως δουλεύει η επιστήμη. Οι άνθρωποι που νομίζουν ότι τα επιστημονικά δεδομένα είναι αδιαμφισβήτητα, δεν έχουν ιδέα τι θα πει επιστημονικά δεδομένα” (Kary B. Mullis, Νόμπελ Χημείας 1993). Όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμα βρίσκονται στο ντοκιμαντέρ του Robin Scovill, “Η άλλη πλευρά του AIDS”. (http://video.google.com/videoplay?docid=7863594816208300908) Αξίζει να το δει κανείς, όχι μόνο για την ιατρική πλευρά του θέματος, αλλά και επειδή το AIDS είναι κάτι που έχει παρουσιαστεί ως απειλή για όλους μας, έχει μεταβάλλει ριζικά την έκφραση της σεξουαλικότητάς μας, είναι υπεύθυνο για ενοχικά σύνδρομα που διαπότισαν την πολιτισμική έκφραση της σύγχρονης κοινωνίας, και κυρίως επειδή είναι υπεύθυνο για τη δημιουργία τεράστιων ανθρώπινων ομάδων που στιγματίστηκαν, διαπομπεύτηκαν, κακοποιήθηκαν, και υποχρεώθηκαν να πιστέψουν ότι η μόνη διαδρομή που τους επεφύλασσε η υπόλοιπη ζωή τους ήταν ένα μονοπάτι προς την ασθένεια και το θάνατο. Αν κάποιοι μπόρεσαν να το κάνουν αυτό με ένα μη έγκυρο ιατρικό τεστ πριν από 25 περίπου χρόνια, μήπως μπορούν να το κάνουν διαρκώς αξιοποιώντας θέματα που ενυπάρχουν στις αντιλήψεις μας ως στερεότυπα και αυταπόδεικτες αλήθειες (π.χ. εγκληματικότητα και μετανάστες); (Η εικόνα από το: http://www.hivwave.gr)

περί διάδοσης της γνώσης στερεότυπα...

...ή, οι σοφές κουκουβάγιες με τις γραβάτες
"Τι είναι πιο σημαντικό
Τι είναι πιο όμορφο; Ένα καλά οργανωμένο αμφιθέατρο με αυτοματισμούς για τη μετάφραση και με υποδομή για να βάλει ο καθένας το λάπτοπ του και με χαλιά στους διαδρόμους ή ένα γιαπί; Τι είναι πιο άξιο; Ο καθηγητής με τη γραβάτα που μιλάει στον πληθυντικό στους φοιτητές του σ' ένα απόλυτα κλιματιζόμενο περιβάλλον όπου βαθμολογείται κι η ερώτηση αν είναι σωστή ή δυο καθηγητές με βαρύτατες αποσκευές κι οι δύο, αναγνώριση, αναγνωρισιμότητα, θητεία, γνώσεις, στράτευση που καθηλώνουν ένα ανομοιογενές ακροατήριο μέσα σ' ένα γιαπί και, το κυριότερο, στη φιλοσοφική ερώτηση ενός κοριτσιού 7 χρονών που σηκώνει θαρραλέα το χέρι του και ρωτάει "ποια ήταν ή πρώτη λέξη που είπε ο άνθρωπος" απαντούν θαρραλέα "μαμά"".
Αποσπάσματα από ανάρτηση στην ιστοσελίδα κατειλημμένου χώρου, που δημοσιεύτηκε ως πρώτη ενημέρωση για την ανοιχτή συζήτηση με θέμα τη θεωρία του Δαρβίνου και εισηγητές τον Ευτύχη Μπιτσάκη και τον Παύλο Αντωνόπουλο που πραγματοποιήθηκε χθες
Δεν ξέρω τι και πόσους από τους συμμετέχοντες στην κατάληψη εκφράζει αυτό το κείμενο, πάντως το είδα και, σύμφωνα με έκφραση που δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω στο κλιματιζόμενο και στρωμένο με χαλιά περιβάλλον[!] όπου διδάσκω, "φρίκαρα"! Φρίκαρα, γιατί ούτε η πιο ακραία εκδοχή των απαξιωτικών λόγων για το πανεπιστήμιο δεν αναζωπύρωνε αυτά τα παρωχημένα στερεότυπα, τα οποία είχε προ πολλού κατατροπώσει ο λόγος περί "ανίκανων πανεπιστημιακών", που βγαίνουν στους δρόμους για να διεκδικήσουν ανοχή στην ανικανότητά τους. Η φαντασίωση του σχολιαστή, λοιπόν, θέλει αυτούς τους ίδιους πανεπιστημιακούς να μπαίνουν σε κλιματιζόμενες αίθουσες, να φορούν γραβάτες και να αρχίζουν να μιλάνε στον πληθυντικό σ' αυτούς με τους οποίους συνδιαδήλωναν για την βελτίωση των όρων παραγωγής και μετάδοσης της γνώσης. Σχιζοφρενείς, με δυο λόγια.
Προλαβαίνω το εύκολο σχόλιο, "δεν είναι όλοι έτσι". Προφανώς δεν είναι όλοι έτσι, προφανώς μια μερίδα πανεπιστημιακών αντιλαμβανόταν τις κινητοποιήσεις ως ευκαιρία για διακοπές ή ακώλυτη ενασχόληση με καλοπληρωμένα ερευνητικά προγράμματα εκτός πανεπιστημίου που υπακούουν στις επιταγές του παραγγέλλοντος και πληρώνοντος φορέα ή επιχείρισης, και μια άλλη μερίδα απλώς αδιαφορούσε. Και επ' αυτού, μαζί σας κι εγώ, κανείς θεσμός δεν πρέπει να μένει έξω από την κριτική μας, ακόμα και την κατεδαφιστική κριτική μας. Όμως η κριτική ευτελίζεται με την ανάκληση της εικόνας του πανεπιστημιακού/σοφής κουκουβάγιας με γραβάτα. Μιας εικόνας που, αν υπάρχει, υπάρχει πλέον ως καρικατούρα που ούτε οι σχολιαστές του MEGA, στον πιο παραληρηματικό λόγο τους για τα πανεπιστήμια, επιχείρησαν να ανακαλέσουν αντιλαμβανόμενοι τη γελοιότητά της!
Επί της ουσίας, λοιπόν. Δεν ξέρω, γιατί δεν μπόρεσα να πάω στην εκδήλωση, πόσο καθηλωμένο ήταν το ακροατήριο. Φαντάζομαι, όμως, ότι μια τέτοια συνθήκη δεν θα ευχαριστούσε ούτε τους εισηγητές που, ως κοινωνικά ευαίσθητοι εκπαιδευτικοί, ξέρουν καλά ότι καθηλωμένα ακροατήρια σημαίνει εξουσιασμένα, ουδετεροποιημένα ακροατήρια και ότι η καθήλωση δεν βοηθάει στην επικοινωνία της γνώσης αλλά στη φυσικοποίηση μιας εξουσιαστικής σχέσης. Υποθέτω, βέβαια, ότι η λέξη χρησιμοποιήθηκε συμβατικά, οπότε δεν επιμένω καθώς είναι η ίδια η ζέουσα πανεπιστημιακή ζωή που διαψεύδει την σύμβαση -περιττό επίσης να πω ότι οι κλιματιζόμενοι χώροι είναι όνειρο μακρινό για τους περισσότερους από εμάς, που απολαμβάνουμε το κρύο και τη ζέστη με χαλασμένα παράθυρα που παραμένουν μονίμως κλειστά ή ανοιχτά, ανάλογα με τη ζημιά.
Καθώς, λοιπόν, ούτε η κατάληψη είναι γιαπί ούτε τα πανεπιστήμια [και γενικότερα οι χώροι όπου παράγεται και επικοινωνείται η γνώση με συμμέτοχα, και στις δύο διαδικασίες, τα "ακροατήρια" ] είναι αποστειρωμένοι και ερμητικοί χώροι, ίσως θα πρέπει οι διαχειριστές της ιστοσελίδας να επανεισάγουν την δυνατότητα σχολίων, γιατί πιστεύω ότι όλο και κάποιος από τη συλλογικότητα της κατάληψης δεν θα αναγνωρίσει την εμπειρία του σ' αυτήν την αφήγηση η οποία, σήμερα το πρωί, μόνη της εκεί, λειτουργούσε ως "ερμητικά έγκυρη" και μάλιστα με την υπογραφή της κατάληψης. Έτσι κι αλλιώς, η παιδευτική διαδικασία είναι πολύπλοκη και πολυσήμαντη για να υποκύπτει σε αφορισμούς και ρητορικές ερωτήσεις που προϋποθέτουν αξιωματικού χαρακτήρα απαντήσεις.

Νέντα Αγκά-Σολτάν

Μια δημοσιογραφική αναφορά στα γεγονός της δολοφονίας της Νέντα Αγκά Σολτάν:
"Ο θάνατός της την έκανε σύμβολο. Από τη στιγμή που η Νέντα Αγκά Σολτάν ξεψύχησε από τις σφαίρες των δυνάμεων ασφαλείας, την ώρα που διαδήλωνε ενάντια στην εκλογική νοθεία στην Τεχεράνη, το περασμένο Σάββατο δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν κλάψει το θάνατό της παρακολουθώντας τις στερνές της στιγμές στο βίντεο που έχει αναρτηθεί στο Διαδίκτυο. Σε αμέτρητα μπλογκς στα φαρσί και στα αγγλικά εμφανίστηκαν κείμενα εμπνευσμένα από το μαρτύριό της. Χιλιάδες χρήστες του Ίντερνετ εκφράζουν την οργή τους, χρησιμοποιώντας το όνομά της, το μήνυμά τους είναι κοινό: ο καθένας θα μπορούσε να είναι η Νέντα, τον καθένα θα μπορούσε να διαπεράσει η σφαίρα - είτε ηθελημένα είτε στα τυφλά, στο σωρό..."
[Της ΚΑΚΗΣ ΜΠΑΛΛΗ
Συνέχεια:

Κι επειδή παρόμοιες εικόνες, όσο άγριες κι αν είναι, παραμένουν στείρες και απογυμνωμένες αν απομακρυνθούν από τα συμφραζόμενα που τις παρήγαγαν, μεταφέρω και προτείνω το κείμενο του Slavoj Zizek, "Θα πέσει η γάτα που είναι πάνω από τον γκρεμό;", από την ιστοσελίδα Κοινωνικά Κινήματα & Δίκτυα, ως ό,τι καλύτερο διάβασα ως ανάλυση των γεγονότων στο Ιράν: http://thrymmata.blogspot.com/2009/06/slavoj-zizek.html

Όπως γράφει ο Μωϋσής Μπουντουρίδης, στην εισαγωγή του, "Το άρθρο αυτό το έστειλε (όπως λέγεται) ο Σλάβοϊ Ζίζεκ στους Νιού Γιορκ Τάϊμς αλλά αρνήθηκαν να το δημοσιεύσουν (Το μετέφρασα για τη μνήμη της Νέντα Αγκά-Σολτάν)"

Και, με την ευκαιρία, θα ήθελα να ευχαριστήσω κι εγώ θερμά τον Μωϋσή, για την φροντίδα και τη γενναιοδωρία του να μας επικοινωνεί κείμενα και προβληματισμούς.

Θα πέσει η γάτα που είναι πάνω από τον γκρεμό; του Slavoj Zizek Όταν ένα αυταρχικό καθεστώς πλησιάζει την τελική κρίση του, ο κανόνας είναι η διάλυσή του να ακολουθεί δυο στάδια. Πριν την πραγματική κατάρρευσή του, λαμβάνει χώρα μια μυστηριώδης ρήξη: εντελώς ξαφνικά, οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι το παιχνίδι τέλειωσε και δεν φοβούνται πια. Δεν είναι μόνο ότι το καθεστώς χάνει τη νομιμοποίησή του, η άσκηση της ίδιας της εξουσίας του γίνεται αντιληπτή σαν μια ασθενής αντίδραση πανικού. Όλοι μας γνωρίζουμε την κλασική σκηνή από τις ταινίες κινούμενων σχεδίων: η γάτα είναι πάνω από τον γκρεμό, αλλά συνεχίζει να βαδίζει, αγνοώντας το γεγονός ότι δεν υπάρχει έδαφος κάτω από τις πατούσες της. Αρχίζει να πέφτει, μόνον όταν κοιτάξει προς τα κάτω και παρατηρήσει την άβυσσο. Όταν χάνει την εξουσία του, το καθεστώς είναι σαν την γάτα, που είναι πάνω από τον γκρεμό: για να πέσει, χρειάζεται μόνο να του θυμίσουν να κοιτάξει προς τα κάτω.. Στην περίπτωση του Σάχη, σύμφωνα με μια κλασική ερμηνεία της επανάστασης του Χομεϊνί, ο Ryszard Kapuscinski εντόπιζε την ακριβή στιγμή αυτής της ρήξης μ’ αυτόν τον τρόπο: σ’ ένα σταυροδρόμι της Τεχεράνης, ένας μεμονωμένος διαδηλωτής αρνήθηκε να σαλέψει, όταν ένας αστυνομικός του φώναξε να κινηθεί, κι ο σαστισμένος αστυνομικός απλώς αποτραβήχτηκε. Σε λίγες ώρες, όλη η Τεχεράνη γνώριζε για το περιστατικό αυτό και, μολονότι υπήρχαν οδομαχίες, που συνεχίζονταν για βδομάδες, όλοι άρχισαν να καταλαβαίνουν ότι το παιχνίδι τέλειωσε. Συμβαίνει σήμερα κάτι παρόμοιο; Υπάρχουν πολλές εκδοχές των συμβάντων στην Τεχεράνη. Κάποιοι βλέπουν στις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας την αποκορύφωση του φιλο-Δυτικού “κινήματος μεταρρύθμισης” παρόμοια με τις “πορτοκαλί” επαναστάσεις στην Ουκρανία, τη Γεωργία κ.λπ. –μια κοσμική αντίδραση στην επανάσταση του Χομεϊνί. Υποστηρίζουν τις διαμαρτυρίες σαν το πρώτο βήμα προς ένα νεο φιλελεύθερο-δημοκρατικό κοσμικό Ιράν απελευθερωμένο από τον Ισλαμικό φουνταμενταλισμό. Από την άλλη μεριά είναι οι σκεπτικιστές, που θεωρούν ότι ο Αχμαντινετζάντ στην πραγματικότητα κέρδισε: αυτός είναι η φωνή της πλειοψηφίας, ενώ η υποστήριξη του Μουζαβί έρχεται από τις μεσαίες τάξεις και την χρυσωμένη νεολαία τους. Με λίγα λόγια: ας αφήσουμε την πλάνη κι ας αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι, με τον Αχμαντινετζάντ, το Ιράν έχει έναν πρόεδρο, που αξίζει. Μετά, υπάρχουν εκείνοι, που απορρίπτουν τον Μουζαβί σαν μέρος του ιερατικού κατεστημένου με μόνο επιφανειακές διαφορές από τον Αχμαντινετζάντ: ο Μουζαβί επίσης επιθυμεί να συνεχίσει το πρόγραμμα της πυρηνικής ενέργειας, είναι αντίθετος στην αναγνώριση του Ισραήλ, συν το ότι έχαιρε της πλήρους υποστήριξης του Χομεϊνί ως πρωθυπουργός τα χρόνια του πόλεμου με το Ιράκ. Τελικά, οι πιο θλιβεροί είναι οι αριστεροί υποστηρικτές του Αχμαντινετζάντ: το πραγματικό διακύβευμα γι’ αυτούς είναι η Ιρανική ανεξαρτησία. Ο Αχμαντινετζάντ κέρδισε, επειδή στεκόταν υπέρ της ανεξαρτησίας της χώρας του, εξέθεσε τη διαφθορά των ελίτ και χρησιμοποίησε τον πλούτο από τα πετρέλαια, για να ενισχύσει τα έσοδα της φτωχής πλειοψηφίας –αυτός είναι, όπως μας λένε, ο αληθινός Αχμαντινετζάντ πίσω από τη εικόνα των μήντια της Δύσης ενός φανατικού αρνητού του ολοκαυτώματος. Σύμφωνα μ’ αυτήν την άποψη, αυτό που στην πραγματικότητα συμβαίνει τώρα στο Ιράν είναι μια επανάληψη της ανατροπής του Μοσαντέχ το 1953 –ενός πραξικοπήματος, που χρηματοδοτήθηκε από τη Δύση, εναντίον του τότε νόμιμου πρόεδρου. Η άποψη αυτή όχι μόνον αγνοεί τα γεγονότα: η ψηλή εκλογική συμμετοχή –που από το σύνηθες 55% έφθασε στο 85%– μπορεί μόνο να εξηγηθεί ως ψήφος διαμαρτυρίας. Δείχνει όμως επίσης και την εθελοτυφλία τους να δουν μια γνήσια δημοκρατική εκδήλωση της λαϊκής βούλησης, υποθέτοντας με προστατευτικό τρόπο ότι, για τους καθυστερημένους Ιρανούς, ο Αχμαντινετζάντ είναι αρκετά καλός –δεν είναι ακόμη αρκετά ώριμοι οι Ιρανοί να κυβερνώνται από μια κοσμική Αριστερά. Μέσα στις αντιθέσεις τους, όλες οι εκδοχές διαβάζουν τις Ιρανικές διαμαρτυρίες κάτω από την οπτική γωνία της σύγκρουσης μεταξύ Ισλαμιστών σκληροπυρηνικών υποστηρικτών και φιλο-Δυτικών φιλελεύθερων μεταρρυθμιστών, και γι’ αυτό τους είναι δύσκολο να τοποθετήσουν τον Μουζαβί: είναι ένας φιλο-Δυτικός μεταρρυθμιστής, που επιθυμεί περισσότερη προσωπική ελευθερία και οικονομία της αγοράς, ή μέλος του ιερατικού κατεστημένου, του οποίου η τελική νίκη δεν θα επηρεάσει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τη φύση του καθεστώτος; Τέτοιες ακραίες ταλαντεύσεις δείχνουν ότι όλοι αποτυγχάνουν να κατανοήσουν την αληθινή φύση των διαμαρτυριών. Το πράσινο χρώμα, που υιοθέτησαν οι υποστηρικτές του Μουζαβί, οι κραυγές του “Αλάχ ακμπάρ!” που αντηχούν στις στέγες της Τεχεράνης μέσα στα σκοτάδια της νύχτας, δείχνουν ξεκάθαρα ότι μπορεί να δει κανείς τις δραστηριότητες αυτές σαν μια επανάληψη της επανάστασης του 1979 του Χομεϊνί, σαν την επιστροφή στις ρίζες, σαν το ξήλωμα της ύστερης διαφθοράς της επανάστασης. Η επιστροφή αυτή στις ρίζες δεν είναι μόνο προγραμματική. Αφορά ακόμη περισσότερο τον τρόπο δράσης του πλήθους: η εμφατική ενότητα του λαού, η καθολικά περιεκτική αλληλεγγύη, η δημιουργική αυτο-οργάνωση, οι αυτοσχεδιασμοί των τρόπων διάρθρωσης των διαμαρτυριών, η μοναδική ανάμειξη του αυθόρμητου και της πειθαρχίας, σαν μια δυσοίωνη πορεία χιλιάδων ατόμων σε πλήρη σιωπή. Έχουμε να κάνουμε με έναν γνήσιο λαϊκό ξεσηκωμό των εξαπατημένων αγωνιστών της επανάστασης του Χομεϊνί. Υπάρχουν κάποιες κρίσιμες συνέπειες, που μπορούν να εξαχθούν από αυτές τις σκέψεις. Πρώτα, ο Αχμαντινετζάντ δεν είναι ο ήρωας των Ισλαμιστών φτωχών, αλλά ένας γνήσιος Ισλαμο-Φασίστας λαϊκιστής, ένα είδος ενός Ιρανού Μπερλουσκόνι, του οποίου το μείγμα της καραγκιοζίστικης στάσης με την ανελέετη εξουσιαστική πολιτική προκαλεί ανησυχία ακόμη και στους περισσότερους αγιατολάχ. Το δημαγωγικό μοίρασμα ψίχουλων στους φτωχούς δεν πρέπει να μας απατά: πίσω του δεν βρίσκονται μόνο τα όργανα της αστυνομικής καταστολής κι ένας πολύ δυτικοποιημένος μηχανισμός δημοσίων σχέσεων, αλλά επίσης και μια ισχυρή τάξη των νεόπλουτων, το αποτέλεσμα της διαφθοράς του καθεστώτος (η Επαναστατική Φρουρά του Ιράν δεν είναι η πολιτοφυλακή της εργατικής τάξης, αλλά μια μεγάλη εταιρία, το ισχυρότερο κέντρο πλούτου στην χώρα). Δεύτερο, θα πρέπει να χαραχθεί με σαφή τρόπο η διαφορά μεταξύ των δυο κύριων υποψηφίων, που αντιπαρατίθενται στον Αχμαντινετζάντ, του Μεχντί Καρουμπί και του Μουζαβί. Ο Καρουμπί στην πραγματικότητα είναι ένας μεταρρυθμιστής, ο οποίος βασικά προτείνει μια Ιρανική εκδοχή της ταυτοτικής πολιτικής, υποσχόμενος χάρες σ’ όλες τις ιδιαίτερες ομάδες. Ο Μουζαβί είναι κάτι εντελώς το διαφορετικό: το όνομά του στέκεται για μια γνήσια ανάσταση του λαϊκού όνειρου, που συντήρησε την επανάσταση του Χομεϊνί. Ακόμη κι αν αυτό το όνειρο ήταν μια ουτοπία, θα έπρεπε να αναγνωριστεί σ’ αυτό η γνήσια ουτοπία της ίδιας της επανάστασης. Αυτό σημαίνει ότι η επανάσταση του Χομεϊνί του 1979 δεν μπορεί να αναχθεί σε μια σκληροπυρηνική Ισλαμιστική ανακατάληψη της εξουσίας –είναι κάτι πολύ περισσότερο. Τώρα είναι ο καιρός να θυμηθούμε τον απίστευτο αναβρασμό του πρώτου έτους μετά την επανάσταση, με τη συναρπαστική έκρηξη της πολιτικής και της κοινωνικής δημιουργικότητας, τα οργανωσιακά πειράματα και τις συζητήσεις μεταξύ φοιτητών κι απλών ανθρώπων. Το ίδιο το γεγονός ότι η έκρηξη αυτή έπρεπε να καταπνιγεί αποδεικνύει ότι η επανάσταση του Χομεϊνί ήταν ένα αυθεντικό πολιτικό συμβάν, ένα μνημειώδες άνοιγμα, που απελευθέρωσε ανήκουστες δυνάμεις κοινωνικού μετασχηματισμού, μια στιγμή που “όλα φαινόντουσαν δυνατά.” Αυτό που ακολούθησε ήταν ένα βαθμιαίο κλείσιμο με την κατάληψη του πολιτικού έλεγχου από το Ισλαμικό κατεστημένο. Για να το θέσουμε με Φροϋντικούς όρους, το σημερινό κίνημα διαμαρτυρίας είναι η “επιστροφή του απωθημένου” της επανάστασης του Χομεϊνί. Και, τελικά αλλά το ίδιο σημαντικά, αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα γνήσιο απελευθερωτικό δυναμικό στο Ισλάμ –για να βρούμε ένα “καλό” Ισλάμ, δεν χρειάζεται να πάμε πίσω στον 10ο αιώνα, το έχουμε εδώ και τώρα, μπροστά στα μάτια μας. Το μέλλον είναι αβέβαιο –το πιθανότερο είναι ότι οι κρατούντες θα καταστείλουν την λαϊκή έκρηξη κι η γάτα δεν θα πέσει κάτω στον γκρεμό, αλλά θα ανακτήσει το έδαφος. Όμως, δεν θα είναι πια το ίδιο καθεστώς, αλλά μόνο μια διεφθαρμένη αυταρχική εξουσία μέσα σε τόσες άλλες. Οποιοδήποτε κι αν είναι το αποτέλεσμα, είναι ζωτικής σημασίας να σκεφτούμε ότι γινόμαστε μάρτυρες ενός μεγάλου χειραφετικού συμβάντος, που δεν ταιριάζει μέσα στο πλαίσιο της διαμάχης μεταξύ φιλο-Δυτικών φιλελεύθερων κι αντι-Δυτικών φουνταμενταλιστών. Αν ο κυνικός πραγματισμός μας κάνει να χάσουμε τη δυνατότητα αναγνώρισης αυτής της χειραφετικής διάστασης, τότε εμείς στη Δύση μπαίνουμε, στην πραγματικότητα, μέσα σε μια μετα-δημοκρατική περίοδο, προετοιμαζόμενοι για τους δικούς μας Αχμαντινετζάντ. Οι Ιταλόι ήδη γνωρίζουν το όνομά του: Μπερλουσκόνι. Οι άλλοι περιμένουν στη σειρά.

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2009

ανόητες αγάπες...

ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΣΕ 9.000 ΤΙΤΛΟΥΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΔΙΚΩΝ

Ο Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών (Σ.Ε.Α.Β./HEAL-Link) σας πληροφορεί ότι, παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του Υπουργείου, δεν έχουν ολοκληρωθεί οι διαδικασίες χρηματοδότησης της οριζόντιας δράσης των ακαδημαϊκών βιβλιοθηκών συμπεριλαμβανομένων των συνδρομών στα ηλεκτρονικά περιοδικά για την τριετία 2009-2011. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού είναι η διακοπή της πρόσβασης των Ελληνικών Α.Ε.Ι. (Πανεπιστημίων και Τ.Ε.Ι.) και Ερευνητικών Ιδρυμάτων της χώρας σε περισσότερους από 9.000 τίτλους επιστημονικών ηλεκτρονικών περιοδικών.

Οι συνέπειες της διακοπής της πρόσβασης των ελληνικών ακαδημαϊκών και ερευνητικών ιδρυμάτων στα ηλεκτρονικά περιοδικά, ύστερα από 10 χρόνια αδιάλειπτης παροχής της υπηρεσίας αυτής, θα είναι ολέθριες για την υποστήριξη της έρευνας και της εκπαίδευσης στη χώρα μας, σε μια εποχή κατά την οποία η καινοτομία και η πρόσβαση στην πληροφορία αποτελούν βασική προϋπόθεση για την πρόοδο μιας χώρας.

Ο ΣΕΑΒ συγκεντρώνει υπογραφές για άσκηση επιπλέον πίεσης προς το Υπουργείο, ώστε να ολοκληρωθούν το ταχύτερο οι διαδικασίες χρηματοδότησης.

Ζητάμε: Άμεση εξασφάλιση της χρηματοδότησης και υπογραφή των συμβάσεων

Ιστοσελίδα για τις υπογραφές: http://physlib1.physics.auth.gr/

Μήνες τώρα, κάθε φορά που επισκεπτόμαστε τη σελίδα του HEAL-Link, πιανόταν η ψυχή μας, καθώς, σε κάθε επίσκεψη, μας υποδεχόταν, ξανά και ξανά, η ανακοίνωση για την επικείμενη διακοπή της χρηματοδότησης του προγράμματος. Ήταν η ίδια περίοδος που το Πανεπιστήμιο κλυδωνιζόταν, στα όρια της απορρύθμισης, από την επίθεση που είχε εξαπολύσει το υπουργείο παιδείας υπό μορφή νόμου-πλαισίου και λοιπών νομοθετημάτων [για την έρευνα, τις μεταπτυχιακές σπουδές κλπ.] με ψευδεπίγραφη προμετωπίδα την αναβάθμιση και τον εκσυγχρονισμό των σπουδών και την χρηματοδότηση υπό την ομηρία ενός ασυνάρτητου σχεδίου που ονομαζόταν "αξιολόγηση". Ήταν η ίδια περίοδος που, ανησυχούντες πανεπιστημιακοί και αξιόπιστοι σχολιαστές, μας ενημέρωναν ότι ζούμε υπό καθεστώς τρόμου ενόσω δεν αλλάζει ο νόμος για το άσυλο. Και ήταν η ίδια περίοδος που, μέρα με τη μέρα, οι συνθήκες δουλειάς μας χειροτέρευαν, γιατί οι φιοριτούρες περί εκσυγχρονισμού και αξιολόγησης ήταν τόσο υψηλού ηθικού επιπέδου, που το υπουργείο δεν ήθελε να τις ευτελίσει συναρτώντας τις με υλικές χυδαιότητες, όπως η αύξηση της χρηματοδότησης για την ανώτατη παιδεία.

Το πρόγραμμα των ηλεκτρικών βιβλιοθηκών ήταν μια ανάσα που τόνωνε το κουράγιο μας, όταν έπρεπε να μοιραζόμαστε ένα γραφείο-κελί με άλλους 5-6, ενώ και ο ίδιος ο προγραμματισμός των μαθημάτων γινόταν μια περιπέτεια γιατί οι αίθουσες ποτέ δεν φτάνανε και έτσι, όταν κουτσά, στραβά, καταφέρναμε να στεγάσουμε τα μαθήματά μας, παύαμε ν' ασχολούμαστε με τις οικτρές συνθήκες στέγασης.

Η πρόσβαση σε 9.000 ηλεκτρονικά περιοδικά, δεν ήταν η πολυτέλειά μας. Ήταν η ανάγκη μας. Ήταν ένας από τους όρους για να μην σπάσουμε τα μούτρα μας στην δική μας αξιολόγηση, αυτή που κάνουμε με ακαδημαϊκούς όρους έρευνας και διδασκαλίας και που δεν σηκώνει μαϊμουδιές και προσχήματα αποτελεσματικότητας. Να ζούμε να την θυμόμαστε! Φτηνή κηδεία, ούτε το MEGA δεν θα την καλύψει...

Επίσης, επειδή ενόσω εμείς εκπονούμε σχέδια επιβίωσης σε συνθήκες πολέμου, η κυβέρνηση πραγματεύεται τις μορφές της επόμενης επίθεσης, συμπληρώνω την ανάρτηση με το δελτίο τύπου της ΕΝΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΡΕΥΝΗΤΩΝ, το οποίο έλαβα σήμερα

Αθήνα, 23/6/2009 ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ Στη συνάντηση των Δ.Σ. των Συλλόγων, και των εργαζόμενων στα Ε.Κ., που έγινε σήμερα Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009, στο ΕΙΕ, ύστερα από πρόσκληση της Ένωσης Ελλήνων Ερευνητών (Ε.Ε.Ε.), της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων – Ιδρυμάτων (Π.Ο.Ε.Ε.Κ.-Ι.) και της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Εργαζομένων Ερευνητικών Ιδρυμάτων Ιδιωτικού Δικαίου (Π.Ο.Σ.Ε.Ι.Ι.Δ.), διαπιστώνουμε και καταγγέλλουμε: ·Τις προτεινόμενες αναδιαρθρώσεις, καταργήσεις, συγχωνεύσεις, μετονομασίες των Ε.Κ. της χώρας ·Την τροποποίηση του άρθρου 19 του Ν 1514, όπου με αμφίβολης νομιμότητας απλές Υπουργικές Αποφάσεις δίνεται η δυνατότητα «να καθορίζεται η φύση των ερευνητικών κέντρων ως δημόσιας υπηρεσίας ή ΝΠΔΔ ή ΝΠΙΔ, ο ειδικότερος σκοπός τους και τα όργανα διοίκησης αυτών...» από τον Υπουργό. ·Την ανακοίνωση του ΥΠ.ΑΝ. όπου γίνεται συνεχής χρήση της φράσης «επιχειρησιακή αξιολόγηση», όσο και των «ανανεωμένων επιχειρησιακών σχεδιασμών» και «ανανεωμένα νομικά πλαίσια λειτουργίας» ·Την συνεχή μείωση της δημόσιας χρηματοδότησης η οποία τώρα δεν αρκεί για την κάλυψη της μισθοδοσίας, ούτε καν του τακτικού προσωπικού. Με τα παραπάνω γίνεται σαφές ότι προωθείται η Ιδιωτικοποίηση των Ερευνητικών Κέντρων, η ελαχιστοποίηση ως τον Μηδενισμό της Συνεισφοράς του Κράτους στην Έρευνα και η μετατροπή των Εργαζομένων σε υπαλλήλους με Ελαστικές Σχέσεις Εργασίας, (Συμβασιούχοι κλπ.) με τελικό στόχο την πλήρη Ιδιωτικοποίηση-Εμπορευματοποίηση της Έρευνας. Και όλα αυτά χωρίς καμιά ενημέρωση, καμιά συμμετοχή των φορέων των Εργαζομένων στην Έρευνα, αυτών δηλαδή που θα κληθούν να εφαρμόσουν τις όποιες αναδιατάξεις. Στην σύνοδο των Προέδρων, οι Πρόεδροι των Ε.Κ., σε καμιά περίπτωση δεν εκπροσωπούν τους Ερευνητές και τους Εργαζομένους στην Έρευνα, αλλά ούτε καν τα Δ.Σ. των Ε.Κ. Όσο για την προβαλλόμενη σύμφωνη γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Έρευνας και Τεχνολογίας – Ε.Σ.Ε.Τ. ούτε αυτή ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού το Ε.Σ.Ε.Τ. προτείνει την ενίσχυση της δι- και πολύ- επιστημονικότητας, με όχημα την ενίσχυση της δικτύωσης διαφορετικών Ινστιτούτων ή ερευνητικών ομάδων, και όχι τα «θεματοκεντρικά εθνικά ερευνητικά κέντρα». Η αναμόρφωση της Έρευνας απαιτεί τη σύμφωνη γνώμη των Εργαζομένων στην Έρευνα, Οικονομοτεχνικές μελέτες βιωσιμότητας, δέσμευση των απαιτούμενων Πόρων, και Χρονοδιάγραμμα υλοποίησης και σε κάθε περίπτωση ενίσχυση τουΔημόσιου και Ακαδημαϊκού χαρακτήρα της Έρευνας. Για το καλύτερο συντονισμό της δράσης μας συμφωνήθηκε η δημιουργία ενός συντονιστικού όλων των συλλόγων των Ε.Κ. μέσω των προέδρων της Ε.Ε.Ε. και των δύο Ομοσπονδιών (Π.Ο.Σ.Ε.Ι.Ι.Δ. και Π.Ο.Ε.Ε.Κ.-Ι.), που εκπροσωπούν το σύνολο της Ερευνητικής Κοινότητας. Καλούμε όλους τους Εργαζόμενους στην Έρευνα να συμμετάσχουν στην Πανελλαδική 4ωρη στάση εργασίας από 11:00 ως τέλος του ωραρίου την Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009, συγκέντρωση έξω από τη Γ.Γ.Ε.Τ. στις 11:30 και μετά πορεία στο ΥΠ.ΑΝ. Αποφασίστηκε επίσης να δοθεί συνέντευξη τύπου στα Μ.Μ.Ε., να γίνει ημερίδα με εκπροσώπους των Κομμάτων, καθώς και κλιμάκωση των κινητοποιήσεων. Για τα Διοικητικά Συμβούλια της Ε.Ε.Ε και των Ομοσπονδιών. Οι Πρόεδροι Τάσσος Σταύρος Πάνος Γεωργίου Πετράκης Αριστείδης Συγκέντρωση υπογραφών για την υποστήριξη του ΕΙΕ http://www.eie.gr/petition-gr_sign.asp

Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες...

Στις εποχές των καθησυχαστικών βεβαιοτήτων, τότε που ο ανθρωποκεντρικός λόγος που κυριαρχούσε στις διαδηλώσεις, ένας λόγος που εξόρκιζε τους αποκλεισμούς, έμοιαζε να είναι ο αυτονόητα και μοναδικά έγκυρος διεκδικητικός λόγος, δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ήταν ποτέ δυνατόν να αποκλειστεί μια παιδική χαρά, να κλειδωθεί και να περιφρουρείται γιατί εκεί «μπαίνουν οι μαντιλοφορούσες με τα παιδιά τους. Και αυτοί έχουν αρρώστιες».
Ο λόγος για τον Άγιο Παντελεήμονα και πάλι. "Να γκρεμιστεί η παιδική χαρά στον Αγ. Παντελεήμονα ζητάει τώρα η «επιτροπή κατοίκων». Η ίδια «επιτροπή» μάζευε πριν από λίγο καιρό υπογραφές για να «φύγουν οι λαθρομετανάστες από τον Άγιο Παντελεήμονα». Παρά την απομάκρυνση των Αφγανών μεταναστών από την περιοχή, η «επιτροπή» εμφανίζεται ανικανοποίητη και τώρα ζητά το γκρέμισμα της παιδικής χαράς, για να κατασκευαστεί στη θέση της πάρκο με παγκάκια και σιντριβάνι"
Δεν ξέρω πόσο πιστά αποδίδουν το κλίμα τα δημοσιεύματα, πόση βαρύτητα έχει δηλαδή, ανάμεσα σε όλα τ' άλλα, το γκρέμισμα, η εξαφάνιση της παιδικής χαράς και το σιντριβάνι που θα αντικαταστήσει το χώρο που παίζαν τα παιδάκια. Με βάση αυτά που διαβάζω, όμως, πέρα από το ίδιο το αίτημα, είναι και η εξειδίκευσή του που προκαλεί για σκέψεις. Σιντριβάνι, νερά που τρέχουν και ξεπλένουν ό, τι αφήσαν πίσω τους οι "μολυσμένοι", βωμός στον οποίο θυσιάζονται οι μνήμες γιατί ανάγκη είναι να "μην ξαναγυρίσουν οι Αφγανοί", ανάγκη είναι η αποκάθαρση του χώρου. Και τα παγκάκια γύρω, σαν τις κερκίδες ενός θεάτρου όπου εσαεί θα αναπαριστάται η θριαμβική εξάλειψη των μιαρών: «Έτσι κι αλλιώς, η παιδική χαρά θα παραμείνει για πάντα κλειστή. Θα την περιφρουρούμε για να μην ανοίξει»
Και αναρωτιέμαι αφελώς, πώς είναι δυνατόν άνθρωποι να αφήνουν τις δουλειές του, τα σπίτια τους, τους ανθρώπους τους για να εναλλάσσονται σε βάρδιες φύλαξης μιας παιδικής χαράς; Τι σκέφτονται όταν προγραμματίζουν τις βάρδιες, τι απαντούν στα δικά τους τα παιδιά, που μέχρι χθες μοιράζονταν αυτόν τον χώρο με τα "άλλα" παιδιά; Είναι μια σκηνή που μου έρχεται στο μυαλό, από την γεμάτη παιδιά γειτονιά μου, από μπαλκόνι σε μπαλκόνι και πάλι. Είχε έρθει κάποτε ένα σκυλί στη γειτονιά, που το φροντίζαμε κάποιοι μεγάλοι, προσφέροντάς του τροφή και νερό, και που είχε γίνει το αγαπημένο παιγνίδι των παιδιών. Το θυμάμαι ακόμα να τρέχει ξεγλωσσισμένο πίσω από ένα ποδήλατο ενόσω οι πιτσιρικάδες το ενθαρρύνανε να μην τα παρατήσει, να συνεχίσει να τρέχει γιατί έτσι ήταν το παιγνίδι και κράταγε ώρες. Κάποτε ο σκύλος έπεσε σε βαρύ παράπτωμα: πήδηξε με λασπωμένα πόδια σ' ένα αυτοκίνητο που έπλενε με περισσή φροντίδα ο κάτοχός του. Ούτε που πρόλαβα να καταλάβω για πότε άλλαξε το τοπίο. Ο ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου άρπαξε κάτι που μού φάνηκε σαν καδρόνι κι άρχισε να κτυπάει ανηλεώς τον σκύλο. Και πριν χωρέσει ο νους μου την εικόνα, κι ενόσω ο σκύλος είχε καταφέρει να ξεφύγει και προσπαθούσε να απομακρυνθεί, τα παιδιά, οι φίλοι του, άρχισαν νέο παιγνίδι, πετροβολώντας τον. Όταν κατέβηκα πια στο δρόμο, κάποιες μακρινές υλακές θύμιζαν το συμβάν, το αυτοκίνητο γυαλοκοπούσε φρεσκοπλυμένο και τα παιδιά είχαν ξεκινήσει άλλο παιγνίδι. "Ήταν βρώμικος", μου είπαν. "Είχε φάει ένα ποντίκι και βρωμούσε".
Αφελώς αναρωτιέμαι, λοιπόν, τι λένε στα παιδιά τους όταν κινούν από το σπίτι αρματωμένοι για να φυλάξουν την παιδική χαρά, για να ακυρώσουν τις μνήμες των παιγνιδιών, για να εξορκίσουν το ίδιο το παιδικό παιγνίδι, για να μολύνουν την παιδική ηλικία με ένα ήθος μίσους και μνήμες αποκλεισμών.

στην πλατεία του χωριού...

Ο Βασιλιάς
του Νίκου Γραμματικού, 2003
Ο "Βασιλιάς" βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία. Ένας 35χρονος άνδρας αποφυλακίζεται, έχοντας εκτίσει την ποινή του για κατοχή και χρήση ναρκωτικών. Είναι αποφασισμένος να ξεφύγει, να αλλάξει ζωή. Έτσι, δοκιμάζει να κάνει μια καινούρια αρχή στο κτήμα του πατέρα του, σε ένα χωριουδάκι της Πελοποννήσου. Οι κάτοικοι του χωριού υποδέχονται με καχυποψία τονξένο, μολονότι δεν είναι πιο ξένος από τους Αλβανούς εργάτες που δουλεύουν στα χωράφια για ένα κομμάτι ψωμί και τις Βουλγάρες που πλημμυρίζουν τα μπαρ και τα σκυλάδικα και έχουν σιωπηρά ενταχθεί στην ανθούσα παραοικονομία της περιοχής. Η αρχική καχυποψία των κατοίκων του χωριού γρήγορα μετατρέπεται σε απροκάλυπτη εχθρότητα, το χωριό, χρησιμοποιώντας θεμιτά και αθέμιτα μέσα, απαιτεί την εκδίωξη του ξένου. Συγκεντρώνονται υπογραφές, επιστρατεύονται πολιτικά μέσα, και όταν όλα αυτά αποδεικνύονται αναποτελεσματικά, καταφεύγουν στη βία στην οποία, με μια σπασμωδική αντίδραση, απαντάει με βία και ο ήρωας της ταινίας, για να αυτοκτονήσει τελικά στο αστυνομικό τμήμα όπου κρατείται.
[αποσπάσματα από την παρουσίαση της ταινίας,
Από συνέντευξη του Νίκου Γραμματικού:
Είναι εμφανές στην ταινία ότι είσαι με τη μεριά του ήρωά σου, αλλά στο τέλος τον βάζεις να συντρίβεται. Γιατί; «Φτάνω στα άκρα, για να σχολιάσω την ισοπέδωση των συναισθημάτων που πάνε να γίνουν κατάσταση πραγμάτων γύρω μας. Ήθελα να ξανασκεφτούμε και να οριστούν οι έννοιες καλού - κακού, δίκαιου - άδικου, αληθινού - ψευδούς, ηθικού - ανήθικου» [πηγή: http://www.provoles.gr/movie%27s_06-07/061229.htm]
Στην πλατεία του χωριού...
Η γνωριμία που κάνει ο θεατής με το χωριό, στην ταινία του Γραμματικού, είναι σε μια στιγμή πανηγυριού: στην κεντρική του πλατεία, ο κόσμος κάτι περιμένει με αδημονία που ο θεατής παρακολουθεί να κορυφώνεται, ως τη στιγμή που εμφανίζεται κορνάροντας θριαμβευτικά ένα αγροτικό αυτοκίνητο κι αρχίζει να φέρνει βόλτες γύρω-γύρω την πλατεία. Στην καρότσα του είναι φορτωμένο ένα κουφάρι λύκου, το θήραμα, το λάφυρο.
Η ίδια σκηνή επαναλαμβάνεται προς το τέλος της ταινίας, η ίδια πλατεία, ο κόσμος να περιμένει με αδημονία το λάφυρο του κυνηγιού. Αυτή τη φορά το θήραμα είναι ο ήρωας της ταινίας, που τον φέρνει στην πλατεία του χωριού ένα περιπολικό της αστυνομίας.
Νέα Μανωλάδα Ηλείας
Στον εισαγγελέα με ποινικές διώξεις σε βαθμό κακουργήματος οδηγήθηκαν οι δύο μετανάστες που βασανίστηκαν από τσιφλικάδες της Μανωλάδας, χωρίς ιατροδικαστική εξέταση, και με τους βασανιστές να κατηγορούνται για πλημμελήματα. Βασανίστηκαν και σύρθηκαν σαν τα ζώα από τις μηχανές των βασανιστών τους, οι οποίοι τους επιδείκνυαν σαν λάφυρο σε όλη τη Νέα Μανωλάδα Ηλείας. Τέσσερις μέρες μετά, οι δύο μετανάστες βρίσκονται ενώπιον του εισαγγελέα, διωκόμενοι για κακουργηματικές πράξεις (ζωοκλοπή από κοινού και απόπειρα ζωοκλοπής). Την ίδια ώρα οι βασανιστές, για τα «κατορθώματά» τους παραπέμπονται για πλημμελήματα http://www.tvxs.gr/v14770
Αν μοιάζουν αδιόρατες οι ομοιότητες ανάμεσα στις δύο αφηγήσεις, κάποια στοιχεία που επιτρέπουν μια προσπάθεια συνάρθρωσης είναι αυτά που αφορούν τον προβληματικό χαρακτήρα του λόγου περί συναίνεσης. Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στο σύννομο και το παράνομο, στο κοινωνικά αναμενόμενο και αποδεκτό και στο κοινωνικά καταδικαστέο.
Και στις δύο αφηγήσεις εκτυλίσσεται ένα τελετουργικό εξόντωσης του "ξένου" στο δημόσιο χώρο της πλατείας του χωριού. Και στις δύο αφηγήσεις οι έννοιες του θύτη και του θύματος, συγκεχυμένες όσο διαδρματίζονται τα γεγονότα, ξεκαθαρίζουν μέσα από τη θεσμική διαχείριση των συμβάντων. Στο χωριό του Βασιλιά, η εμπλοκή των κατοίκων του σε παράνομες δραστηριότητες παραμένει στη σιωπή της συνενοχής και ο ξένος εκδιώκεται αμετάκλητα: στις τελευταίες σκηνές η κοινότητα, συγκεντρωμένη στην είσοδο του νεκροταφείου για να μην επιτρέψει την ταφή του νεκρού ήρωα, μοιάζει να αποκαθάρεται από μια λυτρωτική βροχή που την περίμεναν καιρό, αποδίδοντας την ανομβρία στην παρουσία του ξένου.
Στο χωριό της Ηλείας, τα όρια τα βάζει ο θεσμικός χαρακτηρισμός του [αποδεδειγμένου] βασανισμού σε πλημμέλημα και της [εικαζόμενης] κλοπής σε κακούργημα· θύμα ο καταγγέλων κλοπή βασανιστής που πήρε το νόμο [του Λυντς] του στα χέρια του, θύτης αυτός που υπέστη το βασανισμό [θεωρούμενος] κλέφτης. Στο σημείο αυτό, εκεί που τα γεγονότα παράγουν αποτέλεσμα ως θεσμική αλήθεια, τα όρια μεταξύ σύννομης, κοινωνικής ανεκτής και εγκληματικής συμπεριφοράς παύουν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ο θεσμικός λόγος δεν έχει ταλαντώσεις, ο νόμος "αναγνωρίζει" προϋπάρχουσα κοινωνική συναίνεση στον χαρακτηρισμό των γεγονότων. Οι διαφορετικοί ορισμοί, η δυνητική πολυσημία των γεγονότων υποκύπτει στην "φυσική τάξη των πραγμάτων", στο θέσφατο του νομικού ορισμού τους.
Στο χωριό της Ηλείας μάλιστα τα πράγματα ήταν ακόμα πιο εύκολα: "Τέσσερις μέρες μετά, δεν έχει κινηθεί ακόμα ιατροδικαστής ώστε να αποφανθεί για τα τραύματά τους, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρξε το σχετικό αίτημα από τους δύο μετανάστες, όταν αυτοί δεν είχαν καν δικηγόρο".
Όπως και ένα χρόνο πριν, όταν το μεροκάματο των αλλοδαπών που δούλευαν στα χωράφια της φράουλας, αυξήθηκε εντέλει και έγινε 25 ολόκληρα ευρώ! Με την υποχρέωση του εργοδότη να τους ασφαλίζει, να υποθέσουμε... *
---------------------------------------------------------------
[φωτογραφία: http://mnodaros.blogspot.com/2008_04_01_archive.html
*Τον περασμένο Απρίλη, οι αλλοδαποί εργάτες στην Μανωλάδα, που δούλευαν στα χωράφια της φράουλας με μεροκάματο 22 ευρώ, χωρίς να τους προσφέρονται ούτε τροφή ούτε στέγη ούτε καν νερό, κήρυξαν απεργία, με αίτημα να γίνει 30 ευρώ το μεροκάματο. Κατά τη διάρκεια μιας εκδήλωσης συμπαράστασης που οργανώθηκε από το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ Ηλείας, οι παραγωγοί εργοδότες επιτέθηκαν και ξυλοκόπησαν άγρια και αδιακρίτως αλλοδαπούς της περιοχής και τους συμμετέχοντες στην εκδήλωση.
"Κάποιοι -όπως καταγγέλλεται- έριξαν μέχρι και μασούρια με δυναμίτη (!) στην κεντρική πλατεία του χωριού, ενώ λίγο αργότερα, οπλισμένοι με καραμπίνες «αγανακτισμένοι» παραγωγοί φράουλας άρχισαν να εισβάλλουν στους καταυλισμούς, να πυροβολούν στον αέρα και να δέρνουν τους αλλοδαπούς ζητώντας τους να επιστρέψουν στην εργασία τους και να σπάσουν την απεργία. «Ηρθαν κάποιοι έξω από την καλύβα μας στις 4 το πρωί, πυροβόλησαν στον αέρα και άρχισαν να χτυπούν με σίδερα την καλύβα, βρίζοντας και απειλώντας για να γυρίσουμε στα χωράφια. Κάποιοι έφαγαν πολύ ξύλο. Αλλοι αναγκάστηκαν να τρέξουν και να κρυφτούν σαν τα αγρίμια στους διπλανούς λόγγους», κατήγγειλε στην «Ε» ένας εκ των εργατών από το Μπανγκλαντές"

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2009

O Tom Regan, η φιλοσοφία και το κίνημα για τα δικαιώματα των ζώων

Άνθρωποι – Ζώα – Φύση: Aπό τον ανθρωποκεντρισμό στον οικοβιοκεντρισμό Ημερίδα για το κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων και την προστασία της φύσης Ο καθηγητής φιλοσοφίας Tom Regan έχει αναγνωριστεί διεθνώς για τη συμβολή του στη μελέτη των δικαιωμάτων των ζώων. Το εκτενές έργο του The Case for Animal Rights (University of California Press, 1983, δεύτερη έκδοση 2004) αποτέλεσε τομή επί του αντικειμένου στο χώρο της ηθικής φιλοσοφίας και θεωρείται κλασσικό. Δίδαξε στο North Carolina State University και αποτελεί μια από τις σημαντικότερες μορφές του κινήματος για τα δικαιώματα των ζώων. Το τελευταίο του βιβλίο ονομάζεται Empty Cages: Facing the Challenge of Animal Rights (Rowman and Littlefield, 2004).
Ο Tom Regan θα συμμετάσχει στην ημερίδα που διοργανώνεται στην Ελληνοαμερικανική Ένωση την Τετάρτη 24 Ιουνίου 2009 (έναρξη 17.00, είσοδος ελεύθερη). Δείτε επίσης την ιστοσελίδα των Πολιτών για τα Δικαιώματα της Φύσης και της Ζωής. Ενδεικτικά κείμενα του Tom Regan: The Case for Animal Rights, in Peter Singer (ed.) In Defense of Animals (New York: Basil Blackwell, 1985) Empty Cages: Facing the Challenge of Animal Rights (Aποσπάσματα) Essays, chapters & Misc. [Πηγή εικόνας: http://www.mothercow.org/oxen/animal-rights.html]

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2009

άγιε νικόλα φύλακα κι άγια θαλασσινή...

No border Lesvos 2009
Τα σκάφη της ακτοφυλακής βγαίνουν νύχτα, χωρίς φώτα για να μαζέψουν τους ανθρώπους με τα φουσκωτά. Μόλις τρία μίλια απέχει η Λέσβος απ' τις ακτές της Τουρκίας. Τα φουσκωτά στοιβάζονται στο λιμάνι μισοκατεστραμμένα και οι άνθρωποι σε κοντέινερ. Άλλοτε, ξαναφορτώνονται σε σκάφος οι άνθρωποι και τους παρατάνε με μισοκατεστραμμένα φουσκωτά κοντά στα παράλια της Τουρκίας. Άλλοτε...
http://dikaiomatansyn.wordpress.com/2009/06/21/no-border-lesvos-2009/
Όταν είδα το βίντεο, κάτι με ενοχλούσε, με μπέρδευε. Στην αρχή νόμιζα ότι ήταν ο ρυθμός της αφήγησης, η φωνή που, στιγμές-στιγμές, σκόνταφτε και δεν παρακολουθούσε τη σύνταξη του κειμένου ή το ηχόχρωμα που δεν μπορούσα να το συνταιριάξω με το περιεχόμενο της αφήγησης. Κι έτσι έκλεισα τον ήχο και ξαναείδα το βίντεο. Πάλι κάτι με μπέρδευε, εντελώς απροσδιόριστο αυτή τη φορά και όπως ήμουνα έτοιμη να παραιτηθώ έγινε και συμπέσανε εικόνα και [κλειστός] ήχος συμπυκωμένα σε μια λέξη. Θάλασσα. Αυτό ήταν που "κλώτσαγε", γιατί δυσκολευόμουνα να την δω απειλητική, να γίνω κοινωνός του μηνύματος που εξέπεμπε το βίντεο, να νοιώσω κατάσαρκα ότι μιλούσε για θάνατο. Μια αίσθηση σωματικού πόνου που, μόλις χθες, μου την μετέδωσε η φράση ενός φίλου, μια φράση μόνο, τρομακτική στη συντομία της: "Δεν λέω ψέμματα, εκεί που κολυμπάς μπορεί να βρεθείς δίπλα σ' ένα πτώμα". Εκεί που κολυμπάς. Καλοκαίρι. Διακοπές. Ανυποψίαστος. Στα δαντελένια ακρογιάλια των τουριστικών σποτ, μαγευτική Λέσβος, μαγευτική Σάμος..., βγείτε στη θάλασσα με φουσκωτό, με φουσκωτό στα δυτικά παράλια της...
Τι πρέπει να προσέχουμε: Είμαστε, πάντοτε, κοντά στα παιδιά, όταν κολυμπούν. Δεν κολυμπάμε, αν δεν έχουν περάσει 3-4 ώρες, από το προηγούμενο γεύμα. Ούτε κολυμπάμε με εντελώς άδειο στομάχι. Δεν κολυμπάμε, σε θάλασσες, που δε γνωρίζουμε και δεν απομακρυνόμαστε, από τις ακτές. Δεν καθόμαστε, με τις ώρες, στον ήλιο. Δεν κολυμπάμε μόνοι μας. Δεν κολυμπάμε μόνοι μας, όταν είμαστε κουρασμένοι. Δεν πετάμε σκουπίδια στη θάλασσα, ιδίως μπουκάλια, πλαστικά, αιχμηρά αντικείμενα. Δεν...
Δεν πετάμε σκουπίδια στη θάλασσα.
Είμαστε, πάντοτε, κοντά στα παιδιά, όταν κολυμπούν.
Κολυμπάμε μαζί τους, τα σέρνουμε μαζί μας, μας σέρνουν μαζί τους.
Μέχρι το όριο της αντοχής
Όπως το λένε στη γλώσσα τους...
[εικόνα και οδηγίες:
Υ.Γ. Λάθος, πολύ μεγάλο λάθος, να μιλάς για καπετάνιους και καράβια στη φουρτούνα. Σαν να μην έχεις καταφέρει να συνταυτίσεις ήχο και εικόνα. Σαν να σου διαφεύγει η εικόνα. Η μεγάλη εικόνα. Της μεγάλης φουρτούνας.

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

κανένας λογικός άνθρωπος...

"Αναλαμβάνω την ευθύνη, φοβάμαι για τη ζωή μου γιατί με παρακολουθούν"

«Ιδιαίτερα επιφυλακτικοί φέρονται οι αξιωματικοί της αστυνομίας αναφορικά με την ομολογία του αποφυλακισμένου (χθες) αντιεξουσιαστή, Νίκου Κουνταρδά, ότι είναι ο δολοφόνος του ειδικού φρουρού Χαράλαμπου Αμανατίδη (στις 2 Ιανουαρίου 2005 στην Κηφισιά). Στον ανακριτή παραπέμφθηκε ο 32χρονος. Αστυνομικές πηγές κάνουν λόγο για σύγχυση στα λεγόμενά του, αλλά και ψυχική διαταραχή, και δεν αποκλείουν να ζητήσουν να εξεταστεί από ειδικό ιατρό. «Αναλαμβάνω την ευθύνη, φοβάμαι για τη ζωή μου γιατί με παρακολουθούν», φέρεται να δήλωσε χαρακτηριστικά στους αστυνομικούς, επισκεπτόμενος αυτοβούλως τη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής» [http://www.tvxs.gr/v14611]

Τον Νίκο Κουνταρδά δεν τον γνωρίζω. Παρακολούθησα την υπόθεσή του λόγω της απεργίας πείνας και, κυρίως, δίψας που αποφάσισε, οριοθετώντας έτσι τον χρόνο των αποφάσεων σε ένα πλαίσιο υψηλής επικινδυνότητας. Παρακολουθώντας την πορεία της υπόθεσης και, συνάμα, τις κινητοποιήσεις και τις δράσεις εν ονόματί του ή αντ' αυτού, ο λόγος που έβλεπα να αρθρώνεται από τον πολιτικό χώρο, στον οποίο τοποθετούσε κι ο ίδος τον εαυτό του, δεν διέφερε σε τίποτα από τους αντίστοιχους λόγους σε άλλες περιπτώσεις απεργών πείνας. Η νοηματοδότηση ήταν σαφής, το ηρωϊκό αφήγημα εκτυλισσόταν αβίαστα, επαναστάτης για ζωή ή για θάνατο.
Κι ενώ με την αποφυλάκισή του διαφάνηκε μια θετική έκβαση, ενδεχομένως κι ως πρόκριμα για την δίκη που θα ακολουθούσε, ο Νίκος Κουνταρδάς, μ' ένα coup de théâtre, ανατρέπει την κατάσταση. Βγαίνοντας από τη συνθήκη της προσωρινής κράτησης οδεύει προς την ΓΑΔΑ για να αναλάβει αυτοβούλως την ευθύνη ενός φόνου, με αυτή τη σιβυλλική δήλωση: "Αναλαμβάνω την ευθύνη, φοβάμαι για τη ζωή μου γιατί με παρακολουθούν". Και η ανατροπή κορυφώνεται στο επίπεδο της ερμηνείας αυτής της ενέργειας, στην εκπόνηση της ψυχογραφίας ενός ανθρώπου, του οποίου τα κίνητρα δεν είναι κατανοητά με όρους τρέχουσας λογικής. Και κορυφώνεται κυρίως στο επίπεδο στο οποίο συγκλίνει η ερμηνεία των θεσμικών φορέων με αυτή των συντρόφων και συμπαραστατών του Νίκου Κουνταρά, εκεί όπου συμπίπτουν συμβατικοί και αντισυμβατικά εκφερόμενοι αλλά εξίσου συμβατικοί ορισμοί και ερμηνείες: στην κατασκευή του "διαταραγμένου υποκειμένου".
"Αστυνομικές πηγές κάνουν λόγο για σύγχυση στα λεγόμενά του, αλλά και ψυχική διαταραχή" (από το εισαγωγικό παράθεμα)
Τα σχόλια στο indymedia, τα οποία αναπαράγουν έναν κοινό λόγο περί ψυχικής διαταραχής είναι πολλά. Ακόμα κι αν δεν συμπίπτουν πάντα οι εκτιμήσεις για τους λόγους που προκάλεσαν τη διαταραχή, το αποτέλεσμα δεν αμφισβητείται: "[δ]εν είναι καλά ο άνθρωπος!", "Κανενας λογικος ανθρωπος που αγωνιζεται για την ελευθερια του με απεργια πεινας κ διψας , δεν θα δινοταν μονος του..."....
Κανένας λογικός άνθρωπος. Και ο Νίκος Κουνταρδάς εξαιρείται από την κατηγορία των λογικών ανθρώπων, η νοηματοδότηση αλλάζει, "δεν είναι καλά ο άνθρωπος".
Επηρεάζει στο ελάχιστο αυτήν την, πολιτικά και κοινωνικά, απαξιωμένη νέα εικόνα, η απόδοση της ευθύνης στον κατασταλτικό μηχανισμό, όπως εμπεριέχεται στα σχόλια; Οι ψυχικές διαταραχές πάντα κάπου αποδίδονται, για να μπορέσουν οι δράσεις "να αποκτήσουν νόημα", να ενταχθούν σε ένα πλαίσιο "κοινής λογικής", να πάψουν να είναι απροσπέλαστες διεκδικώντας τους δικούς τους όρους, ένα δικό τους νόημα.
Δεν ξέρω και φαντάζομαι ότι δεν θα μάθω ποτέ τι ώθησε τον Νίκο Κουνταρδά να παραδοθεί στην αστυνομία. Και δεν με απασχολεί γιατί το επίδικο είναι άλλο και αφορά τα πολλαπλά πρόσωπα της βίας, αυτής κυρίως που ασκείται με επαναστατικό ή ανθρωπιστικό μανδύα· της βίας απ' την οποία εκπορεύονται χαρακτηρισμοί και ταξινομήσεις, κατασκευάζονται ταυτότητες· της βίας που μετατρέπει τον χθεσινό "αγωνιστή για την ελευθερία" σε σημερινό διαταραγμένο προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη την οποία διατάραξε η απροσδόκητη ενέργεια. Για να αποκτήσουν και πάλι νόημα τα πράγματα, ερήμην του πρωταγωνιστή τους. Αντ' αυτού, όπως συμβαίνει πάντα με τους "διαταραγμένους".

αχ, αυτή η πατρίδα, που τα κατάφερε να αναχωρεί το τραίνο στις 08.12'. Ακριβώς...

Οριακά εντός θεματικής, βάζω το πρώτο κείμενο της ημέρας: περιμένοντας την ανάρτηση του φίλου μου του Αριστοτέλη για τις περιπολίες πολιτών στην Ιταλία· με αφορμή το σχόλιο που έστειλε για την προηγούμενη ανάρτηση ένας άλλος, άγνωστος, φίλος του blog μεταφέροντας την αίσθηση ενός διαμορφούμενου ανθρωποφαγικού κλίματος, όπως αποτυπώνεται στη φράση "ένας Berlusconi μας χρειάζεται"· κάτι σαν συνέχεια, τέλος, της παλιότερης δικής μου ανάρτησης "Ο χρόνος"...
Επιστρέφοντας στη Μπολόνια* E poi sospeso tra i vostri “Come sta” meravigliato da luoghi meno comuni e più feroci, tipo, “Come ti senti amico fragile, se vuoi potrò occuparmi un’ ora al mese di te”. “Lo sai che io ho perduto due figli”. “Signora lei è una donna piuttosto distratta” FABRIZIO DE ANDRE, “Amico fragile” Την πρώτη φορά που είδα την Μπολόνια ήταν μια μέρα του χειμώνα, Δεκέμβρης του 1975. Τρέμοντας από το κρύο, τυλιγμένη στη «στολή της δεκαετίας», μια κάπα πάνω από το απαραίτητο ινδικό φόρεμα, παγιδεύτηκα αμετάκλητα από τη θέα των δύο πύργων της,[1] έτσι όπως πρόβαλλαν μέσα από την ομίχλη. Κι έπειτα, σχεδόν με τον παραλογισμό που έχει η εναλλαγή των εικόνων στα όνειρα, θυμάμαι πως βρέθηκα να τριγυρνάω στις εκκλησίες του κέντρου της πόλης και, τώρα που γράφω αυτό κείμενο, επανέρχεται, με την ίδια ένταση της ανάμνησης των δύο πύργων, η εικόνα των rimpianti, οι αναπαραστάσεις των θρήνων γύρω από το αποκαθηλωμένο σώμα του Χριστού. Κυρίως το rimpianto της Santa Maria della Vita,[2] θυμάμαι ότι κοιτούσα έκπληκτη την λιτή απεικόνιση του πόνου στη στάση της Παναγίας, σε αντίθεση με την υπερβολή της κίνησης που είχε δώσει ο καλλιτέχνης στις Μαρίες. Ήταν, λοιπόν, μια μέρα του χειμώνα του 1975 κι εμείς βρεθήκαμε από τη Ρώμη στην Μπολόνια για να υποδεχθούμε τον Λεωνίδα τον Κύρκο που είχε έρθει να μιλήσει με τους απανταχού της Ιταλίας Ρηγάδες. Απόγευμα πια, μπήκαμε στην αχανή και παγωμένη αίθουσα του πρώην Χρηματιστηρίου, κοντά στην Piazza Mggiore, και προσπαθούσαμε να τη ζεστάνουμε σα φάτνη με τα χνώτα μας – ήμαστε πολλοί, απίστευτα πολλοί. Ακουμπούσα, θυμάμαι, σε μια κολόνα, έτρωγα τα πιο νόστιμα γλυκά που έχω φάει στη ζωή μου βγάζοντας κάθε τόσο το σακουλάκι του ζαχαροπλαστείου από το ταγάρι μου και παρακολουθούσα τη συζήτηση που γινόταν γύρω μου, εν αναμονή της άφιξης του Λεωνίδα. Και δυο ώρες μετά, με τις παλάμες να πονάνε από το χειροκρότημα, δεν ήξερα τι να κάνω – να κλάψω; να γελάσω; να φωνάξω; - για να πάψει να μου κόβει την ανάσα η συγκίνηση που είχε γίνει κόμπος στο λαιμό. Στα χρόνια των σπουδών μου πήγα κι άλλες φορές στην Μπολόνια, περπάτησα κάτω απ’ τις στοές, βράχηκα στις ατέλειωτες βροχές της, γέμισα τα πνευμόνια μου με τη μυρωδιά της. Και, πολλά χρόνια αργότερα, σ’ ένα σύντομο ταξίδι που έκανα με την 11χρονη τότε κόρη μου, είδα πάλι τους δυο πύργους της να ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη, ζωντάνεψε το θαύμα και μαζί του το κοριτσόπουλο με τα ινδικά φουστάνια, που κόντευε να χαθεί πια απ’ τη μνήμη μου και το ξαναβρήκα το τελευταίο βράδυ της παραμονής μου στην Μπολόνια, να με περιμένει καθισμένο στα σκαλάκια του San Petronio, παρέα με μια ομάδα νεαρών που έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν. Κάθισα μαζί τους, δεν χόρταινα να τους ακούω και να τους κοιτάζω και τους αποχωρίστηκα με δυσκολία όταν κατάλαβα ότι η κόρη μου είχε σχεδόν αποκοιμηθεί ακουμπισμένη στον ώμο μου. Στο δρόμο για την πανσιόν που μέναμε άρχισα να της λέω, «να το θυμάσαι αυτό το βράδυ, μακάρι να γυρίσεις κάποτε και να ζήσεις σ’ αυτήν την πόλη», αλλά εκείνη μου έκοψε τη φόρα: «Νυστάζω, δεν αντέχω τώρα τις ιστορίες σου». Λίγο μετά ακούμπησα ένα φιλί στα σγουρά μαλλιά της, απλωμένα στο μαξιλάρι, της βόλεψα τα σκεπάσματα, τυλίχτηκα στο παλτό μου και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο ακόμα, ρουφώντας μ’ όλους μου τους πόρους την υγρασία της πόλης. Όπου κι αν έπεφτε το βλέμμα μου κάτι ζωντάνευε, αλλά εγώ αναμασούσα σαν τελειωμένη τσίχλα την δειλία μου: σ’ αυτήν την πόλη υπήρχε κι ένας άλλος χώρος που είχε σημαδέψει ανεξίτηλα τα χρόνια της αθωότητας κι αυτόν τον χώρο δεν τόλμησα να τον επισκεφθώ, να δω πώς είναι, με ποια απ’ όλες τις παραλλαγές της μυθικής εικόνας του έμοιαζε πιο πολύ. Ήμουνα ήδη στην Ελλάδα όταν μπήκε στη ζωή μου Ινστιτούτο Antonio Cicu της Νομικής Σχολής της Μπολόνια κι έτσι, για χρόνια, δεν το γνώριζα σαν υλική κατασκευή – που με κάποιο τρόπο ορίζει και περιορίζει την «εικόνα» - αλλά σαν μέσο εκπλήρωσης της επιθυμίας μου να μην γεράσω κρατώντας μόνο μια γλυκιά ανάμνηση από τα χρόνια της Ιταλίας και τίποτα άλλο. Ετοίμαζα ένα καινούργιο μάθημα στο Πανεπιστημιακό Τμήμα που δίδασκα Εγκληματολογία, όταν διάβασα για πρώτη φορά ένα άρθρο απ’ την επιστημονική παραγωγή του Antonio Cicu και σκέφτηκα πως ναι, μάλλον στάθηκα τυχερή, καμιά ρήξη, καμιά ασυνέχεια, το ίδιο κόκκινο νήμα θα μπορούσε να τα συνδέει όλα, αυτά που ανήκαν στο παρελθόν κι αυτά που ανήκουν το παρόν μου – δεν ήταν τυχαίο, έλεγα, το γεγονός ότι το πνευματικό λίκνο που γέννησε και έθρεψε την μαρξιστική εγκληματολογία στην Ιταλία βρισκόταν στην Μπολόνια, στην πόλη που δεν είχα ζήσει αλλά δεν χόρταινα να ονειρεύομαι. Κι έγινε το Antonio Cicu ένα φιλόξενο νησάκι, ένα προστατευτικό κουκούλι. Με μια - απελπισμένη σχεδόν – διαθεσιμότητα, γεμάτη από τις βεβαιότητες των «για πάντα» και των «ποτέ» της εφηβικής διαλέκτου, ανέτρεχα στα μυθικά του ονόματα, στα μυθικά έργα και τα άφηνα να με τροφοδοτούν με επιχειρήματα στις δύσκολες εποχές, όταν κινδύνευα κι εγώ η ίδια να πειστώ πως, ό,τι αποτελούσε το σημείο αναφοράς μου, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας παραμορφωτικός φακός που με εμπόδιζε να αντιληφθώ την πραγματικότητα που ζούσα. Έτσι, παρά τα τόσα ταξίδια που προηγήθηκαν, αυτό που ορίζω ως επιστροφή στην Μπολόνια τοποθετείται στο 2001 και, με τυπικούς όρους, ονομαζόταν εκπαιδευτική άδεια για βιβλιογραφική έρευνα. Ήταν, λοιπόν, η φορά που έπρεπε να δουλέψω στο Antonio Cicu, να διαβώ την πύλη της υλικής κατασκευής και να αναζητήσω ό,τι είχε απομείνει απ’ την «εικόνα», μετά τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελέστηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν απ’ την ηρωική δεκαετία του ’70, όταν μια ομάδα καθηγητών και φοιτητών του έβαλαν εμπρός το εγχείρημα της οικοδόμησης μιας μαρξιστικής εγκληματολογίας. Έμεινα πέντε ώρες στο αεροδρόμιο της Ρώμης, εκλογικεύοντας με χίλια τερτίπια του μυαλού την ανάγκη μου να μακρύνω τον χρόνο, να παρατείνω τη διαδρομή της τελικής ευθείας. Με λίγα λόγια, κατάφερα χωρίς δυσκολία να χάσω την ανταπόκριση με Μπολόνια και να «αναγκασθώ» να πάρω την επόμενη πτήση. Σ’ αυτό το μεταξύ, άντεξα αγόγγυστα την έλλειψη τσιγάρου και, παραγγέλνοντας τον πρώτο μου espresso, ξάφνιασα τον μπάρμαν με το γιορταστικό μου χαμόγελο όταν του ζήτησα και ένα μπουκάλι νερό κι εκείνος με ρώτησε: “naturale o gassata?”[3] Με μια απίστευτη ένταση ένιωθα πως ναι, ήμουνα πάλι στο σπίτι μου μετά από τόσα χρόνια και θα έσβηνα τη δίψα μου με ένα μπουκάλι νερό αεριούχο, όπως τότε που το πρωτοανακάλυψα και του έμεινα πιστή όλα τα χρόνια των σπουδών μου στη Ρώμη. Στο αεροδρόμιο της Μπολόνια είχε αέρα και χρειάστηκε να κάνουμε μπόλικους γύρους μέχρι να προσγειωθούμε. Δεν θέλησα ούτε για μια στιγμή να την κοιτάξω από ψηλά, ακόμα δεν καταλαβαίνω το γιατί. Με υποδέχτηκε, όμως, με βροχή, όπως την ονειρευόμουνα, και γέμισα πάλι τα πνευμόνια μου αχόρταγα με την μυρωδιά της. Βράδυ, και ο αγαπημένος φίλος που με περίμενα στο αεροδρόμιο, με πήγε αργότερα για φαγητό σ’ ένα από τα φοιτητικά στέκια της πόλης, αντέχοντας στωικά τον ποδαρόδρομο κάτω από τη βροχή που του επέβαλα. Αλλά εγώ, στους νυχτωμένους δρόμους, κάτω από τη βροχή, στην ασφυκτικά γεμάτη ταβερνούλα, τα έβλεπα όλα ίδια όπως τότε και – ξεδιάντροπα σχεδόν - ένοιωθα πάλι μέρος αναπόσπαστο του φοιτητόκοσμου, σαν να μην είχα ξεριζωθεί ποτέ από αυτόν. Έφθασα Σάββατο στην Μπολόνια και η δουλειά μου θα άρχιζε τη Δευτέρα. Το ραντεβού με τον συνάδελφο που θα με συνόδευε στο Ινστιτούτο, ήταν σε ένα καφέ της Piazza Maggiore και στην ερώτησή μου γιατί να μην συναντηθούμε κατευθείαν στο γραφείο του, απάντησε με ένα αινιγματικό χαμόγελο το οποίο συνοδεύτηκε από μια ανολοκλήρωτη φράση: «Άκου με που σου λέω…» Όταν τελειώσαμε τον καφέ μας, άνοιξε τον χαρτοφύλακά του με μου έδωσε, χωρίς διευκρινίσεις, δυο κάρτες. Τις κοιτούσα ακόμα έκπληκτη, όταν σηκώθηκε και μου είπε, «άντε, ώρα μας να πηγαίνουμε». Η πρώτη κάρτα, μια ταυτότητα με το όνομα και τη φωτογραφία μου, επιδείχτηκε στο θυρωρείο. «Συνάδελφος Ελληνίδα. Ερευνήτρια» ήταν η διευκρίνιση που την συνόδευε, αλλά δεν κατάφερε να αποσπάσει ούτε ένα χαμόγελο καλωσορίσματος από τον βλοσυρό θυρωρό που την εξέταζε. Η δεύτερη δεν ήταν ταυτότητα, αλλά μια κάρτα εισόδου με μαγνητική ταινία για τον μηχανισμό με τις κυκλικές πόρτες που σε εισήγαγε στον κεντρικό χώρο του Ινστιτούτου. «Γιατί τα φτιάξατε όλα αυτά τα τείχη;», τον ρώτησα καθώς ένοιωθα την υλική κατασκευή να περνάει σαν οδοστρωτήρας πάνω από την «εικόνα». «Με κάνουν να αισθάνομαι ότι θα πρέπει να δικαιολογώ συνεχώς την παρουσία μου σ’ αυτόν τον χώρο». «Κι εγώ το ίδιο αισθάνομαι», ήταν η σιβυλλική του απάντηση κι ας ήταν ένας από τους θεμελιωτές του μύθου του Antonio Cicu. Με εγκατέστησε στο γραφείο το οποίο θα μοιραζόμουνα με ένα ακόμα αλλοδαπό ερευνητή και έφυγε. Καθώς ήμουνα μόνη εκείνη την ώρα, πλησίασα το παράθυρο και κάθισα στο περβάζι χαζεύοντας τον ακάλυπτο χώρο του κτιρίου. Εκεί με βρήκε η εισβολή των βαρβάρων. «Συνεργάτες Καθηγητού» - εμπορικού ή ναυτιλιακού, δεν θυμάμαι πια - δήλωναν στις απανωτές τηλεφωνικές επικοινωνίες στις οποίες επιδόθηκαν, ενώ κάποιος στρώθηκε και στον υπολογιστή μου για να οργανώσει χειμερινές διακοπές μέσω διαδικτύου. Μίκρυνα προσπαθώντας να γίνω αόρατη, βγήκα από την αίθουσα και μετά από το κτίριο, είχε πήξει ο αέρας και μου έλειπε η μυρωδιά της δικής μου Μπολόνια. Δεν με είχε προδώσει η αγαπημένη μου. Με περίμενε απέναντι ακριβώς, στην είσοδο του DAMS,[4] απ’ όπου μπαινόβγαινε πλήθος φοιτητών, μπήκα κι εγώ και χάζεψα λίγο, αργότερα παρακολούθησα και κάποια μαθήματα και δεν χρειάστηκε να πω σε κανέναν ποια είμαι. Mε περίμενε στους στολισμένους τοίχους, άλλες αφίσες, άλλα graffiti, αλλά, με κάποιο τρόπο, ήταν ακόμα «η παρουσία μας πάνω στους τοίχους σας». Mε περίμενε στο βιβλιοπωλείο του Feltrinelli, στους πάγκους με τις παλιές εκδόσεις που ήταν στημένοι απέξω και στον κόσμο που συνωστιζόταν ξεφυλλίζοντας τα βιβλία. Μου έκλεινε πονηρά το μάτι όταν γέμιζαν οι δρόμοι γύρω από το Πανεπιστήμιο από νεαρούς με ψεύτικα δάφνινα στεφάνια στο κεφάλι και κακόγουστες ανθοδέσμες στα χέρια, φοιτητές που μόλις είχαν πάρει το πτυχίο και το γιόρταζαν με το πανηγύρι της νέας εποχής - τελετουργικά και συμβολισμοί εντελώς άγνωστα τότε σ’ εμάς. Και, αμέσως μετά, μου έδειχνε στα πεζοδρόμια έναν άλλο, πολύχρωμο κόσμο με κιθάρες και αδέσποτα σκυλιά να διεκδικούν το μερίδιό τους από τις σακούλες με τα σάντουιτς που ήταν ακουμπισμένες σε αυτοσχέδιους πάγκους, μαζί με ένα πλήθος από ετερόκλητα αντικείμενα. Δεν ξέχασα ούτε μια φορά τις κάρτες μου στους τέσσερις μήνες που δούλεψα στο Ινστιτούτο. Ούτε καν όταν γνωρίστηκα πια με τους θυρωρούς και μου έλεγαν ιστορίες για την οικογένειά τους ενόσω εγώ έψαχνα στην τσάντα μου για την σωστή κάρτα, γιατί στο μεταξύ είχε πολλαπλασιαστεί ο αριθμός τους. Και ακολούθησα δυο πορείες παράλληλες. Η πρώτη ήταν εύκολη και αφορούσε την επιβεβαίωση της δικής μου φυσικής παρουσίας στον μικρό χώρο με το παράθυρο στον ακάλυπτο που μου είχαν διαθέσει: σήκωσα μια μέρα τη φωνή και το ανάστημα και είπα στους «συνεργάτες Καθηγητού» να κάνουν αλλού τα τηλεφωνήματά τους και να μην τολμήσουν να ξαναγγίξουν τον υπολογιστή μου. Αυτό ήταν. Είχε φύγει στο μεταξύ για την πατρίδα του και ο συγκάτοικός μου στο γραφείο και χόρτασα μοναξιά. Η δεύτερη πορεία, όμως, ήταν δύσβατη κι η έκβαση της αβέβαιη, γιατί ήταν πια ο «μικρός χώρος» που λαχταρούσα να τον δω να επιβεβαιώνει τη δική του φυσική παρουσία. «Πόσοι απόμειναν;», αναρωτιόμουνα και μέσα από το μέτρημα έτρεμα μήπως τους πνίξει κι αυτούς η υλική κατασκευή της Νομικής Σχολής και οι σιωπηρές ιδεολογικές παραδοχές περί νόμου και τάξης, εσωτερικού εχθρού, κατάρτισης και αγοράς εργασίας που ενσωμάτωνε – μήπως στ’ αλήθεια δεν το ήξερα; Πού ζούσα τόσα χρόνια; Την μέρα των εκλογών που κέρδισε ο Berlusconi σκότωνα την ώρα μου μπαινοβγαίνοντας σε κινηματογραφικές αίθουσες μέχρι το βράδυ, όταν άρχισε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, που τα παρακολούθησα με μια μικρή ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών. Πλησίαζε ο Ιούλιος και η Σύνοδος των 9 στη Γένοβα και τους υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω στην Ιταλία, ότι θα ξαναβρεθούμε στη Γένοβα, στη διαδήλωση, ανάμεσα στο χρωματιστό πλήθος. Το τελευταίο μου βράδυ μου στην Μπολόνια το πέρασα σε ένα περιφερειακό φεστιβάλ της Unità[5] - όταν μου πρότειναν να πάμε δεν πίστευα στ’ αυτιά μου, γινόταν ακόμα τα φεστιβάλ της Unità; Ήταν σαν να βλέπαμε ένα αγαπημένο έργο σε ξεθωριασμένη κόπια. Φάγαμε πάλι στους ξύλινους πάγκους φαγητά μαγειρεμένα απ’ τους οργανωτές του φεστιβάλ, ήπιαμε κόκκινο κρασί, περιδιαβήκαμε το χώρο του βιβλιοπωλείου και είδαμε σκηνές από το Sacco και Vancetti. Αναμασούσαμε κοινοτοπίες αλλά την περισσότερη ώρα μέναμε αμήχανα σιωπηλοί - ήμουνα με τον συγγραφέα του άρθρου που, χρόνια πριν, με είχε κάνει να σκεφθώ πως ναι, μάλλον στάθηκα τυχερή, καμιά ρήξη, καμιά ασυνέχεια, το ίδιο κόκκινο νήμα θα μπορούσε να τα συνδέει όλα, αυτά που ανήκαν στο παρελθόν κι αυτά που ανήκαν το παρόν μου. Χωρίσαμε στην πόρτα του σπιτιού μου. «Δεν θα χαθούμε, βέβαια» * Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Vivere pericolosamente», εκδ. Αντίκτυπος [1] Οι πύργοι Degli Asinelli και Garisenda [2] Pietà, του Nicolo dell’ Arca [3] «Φυσικό ή αεριούχο;» [4] DAMS: Τμήμα τεχνών, μουσικής και θεάματος [5] Εφημερίδα, πρώην επίσημο όργανο του Ιταλικού Κομουνιστικού Κόμματος
[εικόνα: "i canali di Bologna",