Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

σ' αυτό το έργο θεατές...


"[...]Την ημέρα της απαγωγής του Άλντο Μόρο τα συνδικάτα προκηρύξανε γενική απεργία κι έγινε μια τεράστια συγκέντρωση στην πλατεία του Σαν Τζιοβάνι. Ήταν μια μουντή μέρα, δυσοίωνη, θυμάμαι ακόμα την αίσθηση που μου προκαλούσε ο ήχος των ελικοπτέρων που βλέπαμε να πετάνε απ’ το πρωί πάνω απ’ την πόλη […] Αργά το βράδυ γυρνούσαμε στο σπίτι με τα πόδια γιατί ο Κώστας δεν είχε φέρει τ' αυτοκίνητο του. Περπατούσαμε σε μια έρημη πόλη, ήταν τρομακτική η αίσθηση να περπατάς στους άδειους δρόμους της Ρώμης λίγες ώρες μετά από εκείνη τη συγκέντρωση στην πλατεία του Σαν Τζιοβάνι, «αυτό ήταν, κηρύχτηκε ο πόλεμος», μονολογούσε ο Κώστας. Και τότε ένιωσα για πρώτη φορά στη ζωή μου τι θα πει να παραλύεις απ' τον τρόμο. Έτσι όπως περπατούσαμε, εγώ σταμάτησα κάποια στιγμή. Είχα δει μια αφίσα μ' έναν πίνακα, για το ανέβασμα μιας όπερας - του Πουτσίνι ήταν αν θυμάμαι καλά - κι ήθελα να την ξεκολλήσω για να την βάλω στο δωμάτιο μου. Ο Κώστας είχε βάλει ένα τσιγάρο στο στόμα του και έψαχνε στις τσέπες του για αναπτήρα. Είδα να του πέφτει το τσιγάρο κι άκουσα ταυτόχρονα το φρενάρισμα του αυτοκινήτου που ανέβηκε στο πεζοδρόμιο για να μας κλείσει το δρόμο, μια Άλφα Ρομέο ήταν με συμβατικούς αριθμούς. Κατέβηκαν δυο τύποι με πολιτικά, με προτεταμένα τα όπλα και μας είπαν: «Αστυνομία», κάνοντας μας συγχρόνως νόημα να πάμε προς στον τοίχο με τα χέρια ψηλά. Νομίζω πως μέχρι να πεθάνω θα θυμάμαι το χέρι του πιο νέου από τους δυο να τρέμει έτσι όπως κρατούσε το όπλο. «Αν τα χάσει και πατήσει την σκανδάλη;» πρόλαβα να σκεφτώ, πριν γυρίσω την πλάτη μου και κολλήσω στον τοίχο σηκώνοντας τα χέρια μου ψηλά. Και κόντεψα να ουρλιάξω απ' τον τρόμο όταν ένιωσα τα χέρια του άλλου να μ' αγγίζουν για να με ψάξουν. Δεν με κρατούσαν τα πόδια μου καθώς γυρίσαμε μπροστά και, κολλημένοι ακόμα με την πλάτη στον τοίχο, περιμέναμε να ψάξουν και τις τσάντες μας, ιδιαίτερα εκείνη την τεράστια μαύρη τσάντα του Κώστα, που δεν την αποχωριζότανε ποτέ. «Εντάξει, μπορείτε να πηγαίνετε», μας είπε στο τέλος ο πιο μεγάλος, και μας χαιρέτησε φέρνοντας το δεξί χέρι στο κεφάλι, εκεί που θα έπρεπε να είναι το πηλίκιο. «Χριστούλη μου! Τι ήταν πάλι αυτό;» είπα κοιτάζοντας την Άλφα Ρομέο ν' απομακρύνεται με ταχύτητα και δεν το πίστευα ακόμα ότι είχαμε γλιτώσει. «Κοίτα να δεις τώρα που θα μπλέξουνε οι κλέφτες κι οι αστυνόμοι», μου είπε ο Κώστας. Κι όπως τον κοίταξα έκπληκτη, συνέχισε. «Όταν τους είδα να σταματάνε, νόμιζα ότι ήθελαν να μας ληστέψουν. Δύσκολο είναι να πεις ότι είσαι Αστυνομία για ν' ακινητοποιήσεις τον άλλο και να τον ληστέψεις;» «Είσαι καλά παιδάκι μου; Από του χάρου τα δόντια γλιτώσαμε κι εσύ αυτό μονάχα βρήκες να πεις;» «Προς το παρόν, αυτό βρήκα να πω», απάντησε ο Κώστας, ανάβοντας επιτέλους εκείνο το τσιγάρο. «Ή μήπως δεν το κατάλαβες ότι είμαστε ακόμα στην αρχή; Σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης θα είναι η πόλη από σήμερα. Θα 'χουμε, λοιπόν, πολλά να λέμε, μην ανησυχείς»".*  

Ανάγκη να είναι αποτελεσματική η αστυνομία η αφάνεια των διακριτικών κατά την δράση της; Ας σκεφτούμε, όμως, όχι απλώς την πιθανότητα να «μπλέξουν κλέφτες κι αστυνόμοι» αλλά την συχνότητα με την οποία ο πολίτης αντιδρά πιστεύοντας ότι είναι παράνομος αυτός που τον απειλεί, με το όπλο ή χωρίς όπλο. Και κατά πόσον η, καθ’ οιονδήποτε τρόπο οριζόμενη, συνθήκη επιτρέπει την παγίδευση του πολίτη σε μια ψευδή πραγματικότητα που όμως μπορεί να έχει αληθινές [πραγματικές} και σοβαρές συνέπειες. Ενόσω δε οι Αρχές δεν παραδέχονται την συμμετοχή αστυνομικών με κουκούλες στις διαδηλώσεις, δεν χρειάζεται να ασχοληθώ μ’ αυτό το ζήτημα γιατί οι κουκούλες είναι, ούτως ή άλλως, θεσμοποιημένο τμήμα της στολής κάποιων από τα σώματα της αστυνομίας. Και θυμάμαι πάλι μια εικόνα που διέρρηξε βίαια κάτι έλασσον σε σχέση με ό, τι διακυβεύεται ευρύτερα, δηλαδή την γαλήνη μιας καλοκαιριάτικης βραδιάς: καθόμουνα με φίλους στο τραπέζι που μας είχε στρώσει ένας γερο-μάστορας της πέτρας στις παρυφές του χωριού Μαχαιροί, γύρισα το κεφάλι και είδα μια σκοτεινή φιγούρα με καλυμμένο το πρόσωπο, σκαρφαλωμένη σαν κατσίκι στα βράχια, λίγα μόνο μέτρα μακριά από το τραπέζι μας. «Τώρα τον είδες;» είπε αδιάφορος ο οικοδεσπότης. «Κάθε βράδυ τους βλέπω. Να, δες, έφυγε». 
Ως εάν να ήταν φυσικό φαινόμενο η απειλητική φιγούρα απέναντι απ’ το τραπέζι μας –ήταν πρόσφατη η εγκατάσταση των σωμάτων των Ειδικών Φρουρών στην Κρήτη και έμοιαζε ήδη να μην ανατρέπεται  η των πραγμάτων μέσα από αυτό που αποκάλυπτε η απόκρυψη του προσώπου των φυλάκων του νόμου, η εμπειρία της πανταχού και κραυγαλέα ορατής παρουσίας εκείνου του α-πρόσωπου σώματος της καταστολής. 
Ρώτησα πολλές φορές τι είναι αυτό που νομιμοποιεί την απόκρυψη των χαρακτηριστικών εκείνων που δρουν νόμιμα ως φορείς της θεσμικής βίας και η απάντηση ήταν πάντα η ίδια: «αν τους αναγνωρίσουν, κινδυνεύει η ζωή τους». Μια απάντηση που αποκαλύπτει την νομιμοποίηση της υπερβολής στην άσκηση της θεσμικής βίας, η οποία, αντίθετα, είναι τόσο αναμενόμενη ώστε να παίρνονται μέτρα για τη διατήρηση της ανωνυμίας του φυσικού προσώπου/φορέα της, ακόμα και όταν η δράση του υπερβαίνει εμφανώς τα όρια της νομιμότητας· αλλιώτικα, πώς εξηγείται το γεγονός ότι δεν καλύπτουν όλοι οι υπηρετούντες στα σώματα καταστολής τα πρόσωπά τους κατά τις επιχειρήσεις τους; Είναι το αντικείμενο των επιχειρήσεων το επίφοβο ή το εύρος των επιχειρήσεων και οι ίδιες οι χρησμοποιούμενες πρακτικές; Διότι εάν, παρόλα αυτά, αναρωτηθούμε από ποιους κινδυνεύει η ζωή τους, το εύρος των δραστηριοτήτων αυτών των ειδικών σωμάτων περιπλέκει την απάντηση, αναδεικνύοντας μάλλον την φυσικοποίηση μιας γκρίζας ζώνης μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας εν ονόματι του "ύψιστου στόχου" καταπολέμησης της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος: εμφανείς περιπτώσεις κατάχρησης εξουσίας δεν μπορεί να αποδοθούν σε φυσικά πρόσωπα όταν ο δράστης είναι, νομίμως, α-πρόσωπος, όταν η απόκρυψη του προσώπου κατασκευάζει ένα πλάσμα συλλογικού δράστη. 
Στην αντίπερα όχθη, η «σοδειά» των επιχειρήσεων έχει και πρόσωπο και αδιατήρητη την ανωνυμία, είτε «φερόμενος ως δράστης» είτε ως μέρος του θεάματος «εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης». Και όσο πιο θεαματική η επιχείρηση, τόσο πιο διάφανη η ταυτότητα της σοδειάς που προσφέρεται αφειδώς προς κατανάλωση: η δράση στην γκρίζα ζώνη είχε αποτέλεσμα, όπως μπορούμε να δούμε όλοι· ταυτότητα κι ακάλυπτο πρόσωπο παραδομένα στα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το έργο, λοιπόν, είναι διαδραστικό. Οι α-πρόσωποι πρωταγωνιστές του, προκαλούν το κοινό να τους δώσει πρόσωπο, να κατανοήσει τη δράση τους ακόμα κι αν φαίνεται υπερβολική ή παράδοξη· κυρίως τότε, γιατί ποιο σκοπό θα υπηρετούσε το θέαμα αν δεν ήταν για να δώσει νόημα στα πράγματα;

* Από το μυθιστόρημά μου, Οι σχοινοβάτες [Κριτική, 2002}. Το μυθιστόρημα δεν είναι αυτοβιογραφικό αλλά τη συγκεκριμένη σκηνή την έζησα, ακριβώς όπως την περιγράφω, γυρνώντας αργά το βράδυ στο σπίτι μου μετά την συγκέντρωση στην πλατεία του Σαν Τζιοβάνι .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου