Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2009

εξ ορισμού...

[μόλις τώρα πρόσεξα ότι, στην ανιαρή διαδικασία του copy/paste, είχα παραλείψει από την ανάρτηση το τελευταίο της μέρος. Το προσθέτω, απολογούμενη για μια ακόμα φορά για την απροσεξία μου]
Μ' αυτά τα δύο κείμενα αρχίζω τις παραδόσεις μου στο μάθημα της Κοινωνιολογίας της ποινής: "Κατά τον Foucault, το αληθινό πολιτικό καθήκον σε μια κοινωνία σαν τη δική μας είναι να ασκήσουμε κριτική στη λειτουργία των θεσμών, που μοιάζουν να είναι ουδέτεροι και ανεξάρτητοι· να τους [...] προσβάλουμε με τέτοιον τρόπο ώστε η πολιτική βία, η οποία πάντοτε ασκούταν συγκαλυμμένα μέσω αυτών, να αποκαλυφθεί για να μπορέσουμε στη συνέχεια να την πολεμήσουμε".[1]
"Ο Louk Hulsman,[2] αναφέρεται στον Foucault για να αποσαφηνίσει τον τρόπο που εργάζεται: «[Σύμφωνα με τοντον Foucault[3]], ο ρόλος του πανεπιστημιακού είναι: 1) να δείξει πώς λειτουργούν πραγματικά οι θεσμοί· 2) να δείξει ποιες είναι οι πραγματικές συνέπειες της λειτουργίας τους στα διάφορα στρώματα της κοινωνίας· 3) να αποκαλύψει τα συστήματα σκέψης που υποστηρίζουν αυτούς τους θεσμούς και τις πρακτικές τους· πρέπει να διαγράψει το ιστορικό πλαίσιο αυτών των συστημάτων, τους καταναγκασμούς που ασκούν πάνω μας και το γεγονός ότι έχουν γίνει τόσο οικείοι, ώστε να αποτελούν τμήμα των αντιλήψεών μας, των στάσεών μας και της συμπεριφοράς μας· 4) τέλος, οφείλει να εργασθεί μαζί μ’ εκείνους που εμπλέκονται στο σύστημα, ώστε να τροποποιηθούν οι θεσμοί και οι πρακτικές τους και να αναπτυχθούν άλλες μορφές σκέψης"
Και ένα ακόμα καθήκον, το οποίο, δυστυχώς συχνά παραβιάζω: να μην απολογείται για αυτόν τον τρόπο σκέψης απέναντι σε κατήγορους που απαιτούν να βγάλεις απ’ το καπέλο του θαυματοποιού ετοιμοπαράδοτες συνταγές για την εκάστοτε συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία απλώς αναδεικνύει ειδικότερες εκφάνσεις της δομικής παθολογίας των θεσμών. Δεν ανακαλύπτω, προφανώς, την Αμερική θέτοντας το ζήτημα θεωρία vs πράξη, ειδικότερα δε στο βαθμό που η «διαμάχη» μοιάζει παγιωμένη ως προς την έκβασή της και μάλιστα με όρους "κοινής λογικής". Εξάλλου, το ίδιο ζήτημα τέθηκε και από τους "μη σώφρονες" πανεπιστημιακούς κατά την περίοδο των πρόσφατων εκπαιδευτικών κινητοποιήσεων, συναρθρωμένο με την δρομολογημένη μετατροπή της γνώσης σε κατάρτιση και το ζήτημα της αξιολόγησης με όρους αγοράς και παραγωγικότητας –τέθηκε αλλά δεν «έπαιξε» στον fast food δημόσιο λόγο της περιόδου, όχι μόνον επειδή δεν είχε τίποτα το φαντασμαγορικό αλλά, κυρίως, λόγω της παντοδυναμίας μιας [κακοποιημένης] θετικιστικής σκέψης, που αποδίδει σε γραμμικούς συσχετισμούς την ισχύ φυσικών φαινομένων. Με άλλα λόγια, εξ αιτίας των καταναγκασμών που ασκούν επάνω μας κυρίαρχα ρεύματα σκέψης, για να υπογραμμίσω το σημείο στο οποίο, κατά τη γνώμη μου, κτυπάει η καρδιά των παραπάνω κειμένων. Δεν ανακαλύπτω, λοιπόν, την Αμερική· στα μικρά άνυδρα τοπία της κάθε συγκεκριμένης ιστορίας αναφέρομαι, η οποία στριμώχνεται σε ασφυκτικά διαχειριστικά σχήματα [αίτιο/προσδοκόμενο -άρα, εξ ορισμού ασφαλές- αποτέλεσμα, διάγνωση/θεραπεία –που εξ ορισμού προϋποθέτει την «πάθηση», ατομική ή κοινωνική…] όπου, αν δεν λειτουργήσουν, η ευθύνη μετατίθεται αυτόματα στο «περιστατικό», στην βαρύτητα της «πάθησης», στην απροθυμία του υποκειμένου [ελεύθερη βούληση;!] να ανταποκριθεί στην θεραπεία κ.ο.κ. Και, κάπου εκεί, ένα τεντωμένο δάκτυλο σε καλεί επιτακτικά να αποδείξεις την αξία της θεωρητικής ενασχόλησης με τους θεσμούς, ενόσω είσαι παντελώς απονομιμοποιημένος εφόσον δεν κουβαλάς το βαλιτσάκι με τις λύσεις για κάθε συγκεκριμένο, ατομικό «περιστατικό» που ασφυκτιά στο ήδη προκριθέν –ως εξ ορισμού έγκυρο, καθότι πολλάκις δοκιμασμένο γενικώς- θεσμικό μοντέλο. Βρέθηκα, λοιπόν, κάμποσες φορές στο εδώλιο του κατηγορούμενου, με τον εισαγγελέα να με κατακεραυνώνει με όρους «κοινής λογικής» -«δηλαδή, δεν έχεις τίποτα συγκεκριμένο να προτείνεις για την περίπτωση; Ένοχος ανυποληψίας και κοινωνικής ανευθυνότητας!»
Στην παρακάτω αφήγηση, περιλαμβάνεται και η κατάθεση ενός από τους μάρτυρες υπεράσπισης. Με θεσμικά επικυρωμένη την ανυποληψία του, ως τρόφιμου φυλακών…
"Στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’70, έτυχε να διαβάσω μια συνέντευξη του ιταλού σεναριογράφου και σκηνοθέτη Sergio Citti, συνεργάτη και φίλου του Pier Paolo Pasolini, με εμπειρία εγκλεισμού σε διάφορα «σωφρονιστικά» ιδρύματα της Ιταλίας. Σ’ αυτήν την συνέντευξή του, ο Sergio Citti δήλωνε ότι προτιμά τις παραδοσιακές φυλακές σαν την Regina Coeli[4] από τις φυλακές-πρότυπα όπως η Rebibbia,[5] «στις οποίες φορούσαμε σορτσάκια και παίζαμε τένις στο προαύλιο».[6] Νεοφώτιστη αναγνώστρια του Pasolini, αλλά και μεταπτυχιακή σπουδάστρια Εγκληματολογίας που είχε επισκεφθεί επανειλημμένα το πρότυπο κέντρο της Rebibbia, μελετώντας το ως υπόδειγμα εφαρμογής της έννοιας της σωφρονιστικής μεταχείρισης, αναζήτησα τότε την απάντηση σ’ αυτήν την «παράδοξη» δήλωση στην έννοια της οικείας κουλτούρας, έτσι όπως καταγράφεται στα βιβλία του Pasolini Τα παιδιά της ζωής και Βίαιη ζωή και σε ταινίες του όπως ο Accatone και το Μamma Roma. Αρκετά χρόνια αργότερα σκέφτηκα ότι ο Sergio Citti, «συνομιλούσε» μάλλον και με τον Michel Foucault: «Αλλά υπήρξαν και εξεγέρσεις ενάντια στις πρότυπες φυλακές, στα ηρεμιστικά, στην απομόνωση, ενάντια στα ιατρικά ή εκπαιδευτικά συστήματα […] Εξεγέρσεις αντιφατικές ενάντια στην εξαθλίωση, αλλά και ενάντια στην άνεση, ενάντια στους φύλακες αλλά και ενάντια στους ψυχίατρους […] Επρόκειτο, όμως, καθαρά για εξεγέρσεις σε επίπεδο σωμάτων, ενάντια στο ίδιο το σώμα της φυλακής. Ήταν η υλική της πραγματικότητα στο μέτρο που λειτουργεί σαν όργανο και σαν φορέας της εξουσίας. Ήταν όλη αυτή η τεχνολογία της εξουσίας πάνω στο σώμα, που η τεχνολογία της "ψυχής" - εκείνη των παιδαγωγών, των ψυχολόγων και των ψυχίατρων - δεν κατορθώνει ούτε να συγκαλύψει, ούτε ν' αντισταθμίσει, για τον απλούστατο λόγο ότι είναι η ίδια ένα από τα εργαλεία της» (Φουκώ, 1976/ 1989:44) Στην Ελλάδα δεν υπήρξαν ποτέ πρότυπες φυλακές, «αποστειρωμένα» περιβάλλοντα στα οποία εφαρμόζονται διαγνωστικές και αναμορφωτικές τεχνικές. Έτσι, σε κείμενα κρατουμένων στις ελληνικές φυλακές η σωφρονιστική παρέμβαση αναπαριστάται στην πιο καθαρή, στην υλική της εκδοχή: είναι βία «σε επίπεδο σωμάτων». Το ίδιο ισχύει και με τις ειδικές συνθήκες κράτησης (ψυχιατρεία κρατουμένων) και γενικότερα την (ψυχ)ιατρική μεταχείριση, η οποία αναπαριστάται ως μορφή χειραγώγησης και καταστολής του απείθαρχου εγκλείστου, θυμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο χαρακτηρίζει ο Foucault την ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Attica: «Μηχανή της μηχανής ή μάλλον ο αποκλεισμός του αποκλεισμού, ο αποκλεισμός σ’ ένα δεύτερο βαθμό. Εκεί στέλνουν όποιον δεν μπορεί να ενταχθεί στη μηχανή, αυτόν που η μηχανή δεν καταφέρνει να αφομοιώσει, αυτόν που δεν μπορεί να συντρίψει σύμφωνα με τη μηχανική της διαδικασία. Έτσι, χρειάζονται ένα πρόσθετο μηχανισμό» (Foucault 1992: 8,9)".[7]
Κι έτσι, αυτό που θέλω να πω είναι ότι δεν μιλάω για καλούς ή κακούς ανθρώπους, για σωστές ή λανθασμένες απόψεις, αλλά για Λόγους, τους οποίους παράγουν και εντός των οποίων παράγονται τα διάφορα συστήματα διαγνώσεων και οι θεραπειών. Λέει ο Goffman, με μεγάλη σαφήνεια, στα Άσυλα: το [ολοπαγές] ίδρυμα τίθεται σε λειτουργία από τη στιγμή που θα υπάρξουν τρόφιμοι. Οι τρόφιμοι αποτελούν τον λόγο ύπαρξης των ιδρυμάτων. Για το προσωπικό η είσοδος τροφίμων μιας ειδικότερης κατηγορίας σε ένα συγκεκριμένο ίδρυμα, αποτελεί αυταπόδεικτο γεγονός ότι ο τρόφιμος ανήκει σ’ αυτήν τη συγκεκριμένη κατηγορία [τηρουμένων των αναλογιών, η ίδια συνθήκη χαρακτηρίζει και τις διαδικασίες που προηγούνται και έπονται του εγκλεισμού, σωφρονιστικού ή θεραπευτικού]. Κι εκεί η περίπτωση ταυτίζεται με την κατηγορία, η κατηγορία καταπίνει την περίπτωση, νοηματοδοτούνται τα «περιστατικά», αναδύονται οι ανάγκες και οι παγίδες· εκεί τα ανθρωπιστικά πρότυπα δοκιμάζονται στο βωμό του «αυταπόδεικτου γεγονότος» και της επίτευξης του διακηρυγμένου στόχου· εκεί το επιχείρημα χάνεται στη μετάφρασή του σε επαγγελματικό ιδίωμα, στην «ασυμφωνία των όρων» -των όρων, με όλες τις δυνατές έννοιες· κυρίως, εκεί παράγονται οι «χαμένες περιπτώσεις» τόσο των «περιστατικών» όσο και των μοντέλων που παρεκκλίνουν απ’ το «εξ ορισμού έγκυρο» πλαίσιο υπονομεύοντας τα αυταπόδεικτα. Σε προσωπικό όμως επίπεδο, στο τοπίο των συναισθημάτων, ναι, προτιμώ χίλιες φορές τον θυμό από την θλίψη. Χωρίς διάγνωση αλλά και χωρίς θεωρία να το υποστηρίξω. [1] Φουκώ, Μ. (1974/1990: 44, «Ανθρώπινη φύση: Δικαιοσύνη εναντίον εξουσίας», στο Φουκώ, Μ., Η μικροφυσική της εξουσίας, Αθήνα: Ύψιλον, όπως αναφέρεται στο Νικοκαλαϊδης, 2006, Μέσα μαζικής επικοινωνίας και φυλακή: Η περίπτωση της εξέγερσης στις φυλακές Κορυδαλλού τον Νοέμβριο του 1995, στο Εικόνες Φυλακής, Αθήνα: Πατάκης [2] Hulsman, L. (1982/1997) Άστοχες ποινές. Το ποινικό σύστημα υπό αμφισβήτηση [3] Foucault, M. 1985, “Qu’ apelle-t-on punir?”στο F. Ringelheim (επιμ.) Punir mon beau souci, Βρυξέλλες: Presses Universitaires [4] Οι φυλακές της Regina Coeli στη Ρώμη, αν και πολύ πιο σύγχρονες - δημιουργήθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα - έχουν στο μυθολογικό επίπεδο ένα είδος αντιστοιχίας με το δικό μας Γεντί Κουλέ. Λαϊκά τραγούδια του τέλους του 19ου αιώνα, τα οποία ταυτίστηκαν με τον «υπόκοσμο», κάνουν συχνές αναφορές σ’ αυτές: “Dentro a Regina Celi c’ è ‘no scalino. Chi nun salisce quello non è romano. Nun è romano e manco trasteverino” (Μέσα στη Regina Coeli υπάρχει ένα σκαλοπάτι. Όποιος δεν το ανέβηκε δεν είναι ρωμαίος. Δεν είναι ρωμαίος ούτε από το Trastevere - τότε λαϊκή συνοικία της Ρώμης, κοντά στην οποία βρίσκονται οι φυλακές) [5] To κτιριακό συγκρότημα της Rebibbia, το οποίο βρίσκεται επίσης στη Ρώμη, λειτουργεί από το 1954 και περιλαμβάνει κέντρο παρατήρησης και κέντρο μεταχείρισης νεαρών ενηλίκων παραβατών (Κουκουτσάκη, 1979). [6] Την περίοδο που γραφόταν αυτό το άρθρο, πληροφορήθηκα από τις εφημερίδες το θάνατο του Sergio Citti. «“Η Ρώμη έχασε έναν από τους πιο ευαίσθητους εκπροσώπους της πολιτιστικής ζωής της” , δήλωσε ο δήμαρχος της Ρώμης Βάλτερ Βελτρόνι» (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 13.10.2005, σ.23) [7] Κουκουτσάκη, Α., 2006, Κείμενα της φυλακής και ο λόγος περί «σωφρονιστικής» μεταρρύθμισης», στο Εικόνες Φυλακής, ο.π. [εικόνα: σκηνή από την ταινία του Sergio Citti, “il Minestrone”, όπου ο Carlo Citti και ο Ninetto Davoli, μετά από ώρες αναζήτησης τροφής στους σκουπιδοτενεκέδες, στρέφουν το βλέμμα ψηλά και μένουν έκθαμβοι στη θέα του ουρανού, «ammazza, quanto ciello c’ è!» «πόσος ουρανός υπάρχει, γαμώτο!», αναφωνεί ο Ninetto Davoli http://lacasastregata.blogspot.com/2009/03/ninetto-davoli-e-carlo-citti-guardano.html]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου