Σάββατο, 20 Ιουνίου 2009

αχ, αυτή η πατρίδα, που τα κατάφερε να αναχωρεί το τραίνο στις 08.12'. Ακριβώς...

Οριακά εντός θεματικής, βάζω το πρώτο κείμενο της ημέρας: περιμένοντας την ανάρτηση του φίλου μου του Αριστοτέλη για τις περιπολίες πολιτών στην Ιταλία· με αφορμή το σχόλιο που έστειλε για την προηγούμενη ανάρτηση ένας άλλος, άγνωστος, φίλος του blog μεταφέροντας την αίσθηση ενός διαμορφούμενου ανθρωποφαγικού κλίματος, όπως αποτυπώνεται στη φράση "ένας Berlusconi μας χρειάζεται"· κάτι σαν συνέχεια, τέλος, της παλιότερης δικής μου ανάρτησης "Ο χρόνος"...
Επιστρέφοντας στη Μπολόνια* E poi sospeso tra i vostri “Come sta” meravigliato da luoghi meno comuni e più feroci, tipo, “Come ti senti amico fragile, se vuoi potrò occuparmi un’ ora al mese di te”. “Lo sai che io ho perduto due figli”. “Signora lei è una donna piuttosto distratta” FABRIZIO DE ANDRE, “Amico fragile” Την πρώτη φορά που είδα την Μπολόνια ήταν μια μέρα του χειμώνα, Δεκέμβρης του 1975. Τρέμοντας από το κρύο, τυλιγμένη στη «στολή της δεκαετίας», μια κάπα πάνω από το απαραίτητο ινδικό φόρεμα, παγιδεύτηκα αμετάκλητα από τη θέα των δύο πύργων της,[1] έτσι όπως πρόβαλλαν μέσα από την ομίχλη. Κι έπειτα, σχεδόν με τον παραλογισμό που έχει η εναλλαγή των εικόνων στα όνειρα, θυμάμαι πως βρέθηκα να τριγυρνάω στις εκκλησίες του κέντρου της πόλης και, τώρα που γράφω αυτό κείμενο, επανέρχεται, με την ίδια ένταση της ανάμνησης των δύο πύργων, η εικόνα των rimpianti, οι αναπαραστάσεις των θρήνων γύρω από το αποκαθηλωμένο σώμα του Χριστού. Κυρίως το rimpianto της Santa Maria della Vita,[2] θυμάμαι ότι κοιτούσα έκπληκτη την λιτή απεικόνιση του πόνου στη στάση της Παναγίας, σε αντίθεση με την υπερβολή της κίνησης που είχε δώσει ο καλλιτέχνης στις Μαρίες. Ήταν, λοιπόν, μια μέρα του χειμώνα του 1975 κι εμείς βρεθήκαμε από τη Ρώμη στην Μπολόνια για να υποδεχθούμε τον Λεωνίδα τον Κύρκο που είχε έρθει να μιλήσει με τους απανταχού της Ιταλίας Ρηγάδες. Απόγευμα πια, μπήκαμε στην αχανή και παγωμένη αίθουσα του πρώην Χρηματιστηρίου, κοντά στην Piazza Mggiore, και προσπαθούσαμε να τη ζεστάνουμε σα φάτνη με τα χνώτα μας – ήμαστε πολλοί, απίστευτα πολλοί. Ακουμπούσα, θυμάμαι, σε μια κολόνα, έτρωγα τα πιο νόστιμα γλυκά που έχω φάει στη ζωή μου βγάζοντας κάθε τόσο το σακουλάκι του ζαχαροπλαστείου από το ταγάρι μου και παρακολουθούσα τη συζήτηση που γινόταν γύρω μου, εν αναμονή της άφιξης του Λεωνίδα. Και δυο ώρες μετά, με τις παλάμες να πονάνε από το χειροκρότημα, δεν ήξερα τι να κάνω – να κλάψω; να γελάσω; να φωνάξω; - για να πάψει να μου κόβει την ανάσα η συγκίνηση που είχε γίνει κόμπος στο λαιμό. Στα χρόνια των σπουδών μου πήγα κι άλλες φορές στην Μπολόνια, περπάτησα κάτω απ’ τις στοές, βράχηκα στις ατέλειωτες βροχές της, γέμισα τα πνευμόνια μου με τη μυρωδιά της. Και, πολλά χρόνια αργότερα, σ’ ένα σύντομο ταξίδι που έκανα με την 11χρονη τότε κόρη μου, είδα πάλι τους δυο πύργους της να ξεπροβάλλουν μέσα από την ομίχλη, ζωντάνεψε το θαύμα και μαζί του το κοριτσόπουλο με τα ινδικά φουστάνια, που κόντευε να χαθεί πια απ’ τη μνήμη μου και το ξαναβρήκα το τελευταίο βράδυ της παραμονής μου στην Μπολόνια, να με περιμένει καθισμένο στα σκαλάκια του San Petronio, παρέα με μια ομάδα νεαρών που έπαιζαν κιθάρα και τραγουδούσαν. Κάθισα μαζί τους, δεν χόρταινα να τους ακούω και να τους κοιτάζω και τους αποχωρίστηκα με δυσκολία όταν κατάλαβα ότι η κόρη μου είχε σχεδόν αποκοιμηθεί ακουμπισμένη στον ώμο μου. Στο δρόμο για την πανσιόν που μέναμε άρχισα να της λέω, «να το θυμάσαι αυτό το βράδυ, μακάρι να γυρίσεις κάποτε και να ζήσεις σ’ αυτήν την πόλη», αλλά εκείνη μου έκοψε τη φόρα: «Νυστάζω, δεν αντέχω τώρα τις ιστορίες σου». Λίγο μετά ακούμπησα ένα φιλί στα σγουρά μαλλιά της, απλωμένα στο μαξιλάρι, της βόλεψα τα σκεπάσματα, τυλίχτηκα στο παλτό μου και βγήκα στο μπαλκόνι να καπνίσω ένα τσιγάρο ακόμα, ρουφώντας μ’ όλους μου τους πόρους την υγρασία της πόλης. Όπου κι αν έπεφτε το βλέμμα μου κάτι ζωντάνευε, αλλά εγώ αναμασούσα σαν τελειωμένη τσίχλα την δειλία μου: σ’ αυτήν την πόλη υπήρχε κι ένας άλλος χώρος που είχε σημαδέψει ανεξίτηλα τα χρόνια της αθωότητας κι αυτόν τον χώρο δεν τόλμησα να τον επισκεφθώ, να δω πώς είναι, με ποια απ’ όλες τις παραλλαγές της μυθικής εικόνας του έμοιαζε πιο πολύ. Ήμουνα ήδη στην Ελλάδα όταν μπήκε στη ζωή μου Ινστιτούτο Antonio Cicu της Νομικής Σχολής της Μπολόνια κι έτσι, για χρόνια, δεν το γνώριζα σαν υλική κατασκευή – που με κάποιο τρόπο ορίζει και περιορίζει την «εικόνα» - αλλά σαν μέσο εκπλήρωσης της επιθυμίας μου να μην γεράσω κρατώντας μόνο μια γλυκιά ανάμνηση από τα χρόνια της Ιταλίας και τίποτα άλλο. Ετοίμαζα ένα καινούργιο μάθημα στο Πανεπιστημιακό Τμήμα που δίδασκα Εγκληματολογία, όταν διάβασα για πρώτη φορά ένα άρθρο απ’ την επιστημονική παραγωγή του Antonio Cicu και σκέφτηκα πως ναι, μάλλον στάθηκα τυχερή, καμιά ρήξη, καμιά ασυνέχεια, το ίδιο κόκκινο νήμα θα μπορούσε να τα συνδέει όλα, αυτά που ανήκαν στο παρελθόν κι αυτά που ανήκουν το παρόν μου – δεν ήταν τυχαίο, έλεγα, το γεγονός ότι το πνευματικό λίκνο που γέννησε και έθρεψε την μαρξιστική εγκληματολογία στην Ιταλία βρισκόταν στην Μπολόνια, στην πόλη που δεν είχα ζήσει αλλά δεν χόρταινα να ονειρεύομαι. Κι έγινε το Antonio Cicu ένα φιλόξενο νησάκι, ένα προστατευτικό κουκούλι. Με μια - απελπισμένη σχεδόν – διαθεσιμότητα, γεμάτη από τις βεβαιότητες των «για πάντα» και των «ποτέ» της εφηβικής διαλέκτου, ανέτρεχα στα μυθικά του ονόματα, στα μυθικά έργα και τα άφηνα να με τροφοδοτούν με επιχειρήματα στις δύσκολες εποχές, όταν κινδύνευα κι εγώ η ίδια να πειστώ πως, ό,τι αποτελούσε το σημείο αναφοράς μου, δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά ένας παραμορφωτικός φακός που με εμπόδιζε να αντιληφθώ την πραγματικότητα που ζούσα. Έτσι, παρά τα τόσα ταξίδια που προηγήθηκαν, αυτό που ορίζω ως επιστροφή στην Μπολόνια τοποθετείται στο 2001 και, με τυπικούς όρους, ονομαζόταν εκπαιδευτική άδεια για βιβλιογραφική έρευνα. Ήταν, λοιπόν, η φορά που έπρεπε να δουλέψω στο Antonio Cicu, να διαβώ την πύλη της υλικής κατασκευής και να αναζητήσω ό,τι είχε απομείνει απ’ την «εικόνα», μετά τις κοσμογονικές αλλαγές που συντελέστηκαν στα χρόνια που μεσολάβησαν απ’ την ηρωική δεκαετία του ’70, όταν μια ομάδα καθηγητών και φοιτητών του έβαλαν εμπρός το εγχείρημα της οικοδόμησης μιας μαρξιστικής εγκληματολογίας. Έμεινα πέντε ώρες στο αεροδρόμιο της Ρώμης, εκλογικεύοντας με χίλια τερτίπια του μυαλού την ανάγκη μου να μακρύνω τον χρόνο, να παρατείνω τη διαδρομή της τελικής ευθείας. Με λίγα λόγια, κατάφερα χωρίς δυσκολία να χάσω την ανταπόκριση με Μπολόνια και να «αναγκασθώ» να πάρω την επόμενη πτήση. Σ’ αυτό το μεταξύ, άντεξα αγόγγυστα την έλλειψη τσιγάρου και, παραγγέλνοντας τον πρώτο μου espresso, ξάφνιασα τον μπάρμαν με το γιορταστικό μου χαμόγελο όταν του ζήτησα και ένα μπουκάλι νερό κι εκείνος με ρώτησε: “naturale o gassata?”[3] Με μια απίστευτη ένταση ένιωθα πως ναι, ήμουνα πάλι στο σπίτι μου μετά από τόσα χρόνια και θα έσβηνα τη δίψα μου με ένα μπουκάλι νερό αεριούχο, όπως τότε που το πρωτοανακάλυψα και του έμεινα πιστή όλα τα χρόνια των σπουδών μου στη Ρώμη. Στο αεροδρόμιο της Μπολόνια είχε αέρα και χρειάστηκε να κάνουμε μπόλικους γύρους μέχρι να προσγειωθούμε. Δεν θέλησα ούτε για μια στιγμή να την κοιτάξω από ψηλά, ακόμα δεν καταλαβαίνω το γιατί. Με υποδέχτηκε, όμως, με βροχή, όπως την ονειρευόμουνα, και γέμισα πάλι τα πνευμόνια μου αχόρταγα με την μυρωδιά της. Βράδυ, και ο αγαπημένος φίλος που με περίμενα στο αεροδρόμιο, με πήγε αργότερα για φαγητό σ’ ένα από τα φοιτητικά στέκια της πόλης, αντέχοντας στωικά τον ποδαρόδρομο κάτω από τη βροχή που του επέβαλα. Αλλά εγώ, στους νυχτωμένους δρόμους, κάτω από τη βροχή, στην ασφυκτικά γεμάτη ταβερνούλα, τα έβλεπα όλα ίδια όπως τότε και – ξεδιάντροπα σχεδόν - ένοιωθα πάλι μέρος αναπόσπαστο του φοιτητόκοσμου, σαν να μην είχα ξεριζωθεί ποτέ από αυτόν. Έφθασα Σάββατο στην Μπολόνια και η δουλειά μου θα άρχιζε τη Δευτέρα. Το ραντεβού με τον συνάδελφο που θα με συνόδευε στο Ινστιτούτο, ήταν σε ένα καφέ της Piazza Maggiore και στην ερώτησή μου γιατί να μην συναντηθούμε κατευθείαν στο γραφείο του, απάντησε με ένα αινιγματικό χαμόγελο το οποίο συνοδεύτηκε από μια ανολοκλήρωτη φράση: «Άκου με που σου λέω…» Όταν τελειώσαμε τον καφέ μας, άνοιξε τον χαρτοφύλακά του με μου έδωσε, χωρίς διευκρινίσεις, δυο κάρτες. Τις κοιτούσα ακόμα έκπληκτη, όταν σηκώθηκε και μου είπε, «άντε, ώρα μας να πηγαίνουμε». Η πρώτη κάρτα, μια ταυτότητα με το όνομα και τη φωτογραφία μου, επιδείχτηκε στο θυρωρείο. «Συνάδελφος Ελληνίδα. Ερευνήτρια» ήταν η διευκρίνιση που την συνόδευε, αλλά δεν κατάφερε να αποσπάσει ούτε ένα χαμόγελο καλωσορίσματος από τον βλοσυρό θυρωρό που την εξέταζε. Η δεύτερη δεν ήταν ταυτότητα, αλλά μια κάρτα εισόδου με μαγνητική ταινία για τον μηχανισμό με τις κυκλικές πόρτες που σε εισήγαγε στον κεντρικό χώρο του Ινστιτούτου. «Γιατί τα φτιάξατε όλα αυτά τα τείχη;», τον ρώτησα καθώς ένοιωθα την υλική κατασκευή να περνάει σαν οδοστρωτήρας πάνω από την «εικόνα». «Με κάνουν να αισθάνομαι ότι θα πρέπει να δικαιολογώ συνεχώς την παρουσία μου σ’ αυτόν τον χώρο». «Κι εγώ το ίδιο αισθάνομαι», ήταν η σιβυλλική του απάντηση κι ας ήταν ένας από τους θεμελιωτές του μύθου του Antonio Cicu. Με εγκατέστησε στο γραφείο το οποίο θα μοιραζόμουνα με ένα ακόμα αλλοδαπό ερευνητή και έφυγε. Καθώς ήμουνα μόνη εκείνη την ώρα, πλησίασα το παράθυρο και κάθισα στο περβάζι χαζεύοντας τον ακάλυπτο χώρο του κτιρίου. Εκεί με βρήκε η εισβολή των βαρβάρων. «Συνεργάτες Καθηγητού» - εμπορικού ή ναυτιλιακού, δεν θυμάμαι πια - δήλωναν στις απανωτές τηλεφωνικές επικοινωνίες στις οποίες επιδόθηκαν, ενώ κάποιος στρώθηκε και στον υπολογιστή μου για να οργανώσει χειμερινές διακοπές μέσω διαδικτύου. Μίκρυνα προσπαθώντας να γίνω αόρατη, βγήκα από την αίθουσα και μετά από το κτίριο, είχε πήξει ο αέρας και μου έλειπε η μυρωδιά της δικής μου Μπολόνια. Δεν με είχε προδώσει η αγαπημένη μου. Με περίμενε απέναντι ακριβώς, στην είσοδο του DAMS,[4] απ’ όπου μπαινόβγαινε πλήθος φοιτητών, μπήκα κι εγώ και χάζεψα λίγο, αργότερα παρακολούθησα και κάποια μαθήματα και δεν χρειάστηκε να πω σε κανέναν ποια είμαι. Mε περίμενε στους στολισμένους τοίχους, άλλες αφίσες, άλλα graffiti, αλλά, με κάποιο τρόπο, ήταν ακόμα «η παρουσία μας πάνω στους τοίχους σας». Mε περίμενε στο βιβλιοπωλείο του Feltrinelli, στους πάγκους με τις παλιές εκδόσεις που ήταν στημένοι απέξω και στον κόσμο που συνωστιζόταν ξεφυλλίζοντας τα βιβλία. Μου έκλεινε πονηρά το μάτι όταν γέμιζαν οι δρόμοι γύρω από το Πανεπιστήμιο από νεαρούς με ψεύτικα δάφνινα στεφάνια στο κεφάλι και κακόγουστες ανθοδέσμες στα χέρια, φοιτητές που μόλις είχαν πάρει το πτυχίο και το γιόρταζαν με το πανηγύρι της νέας εποχής - τελετουργικά και συμβολισμοί εντελώς άγνωστα τότε σ’ εμάς. Και, αμέσως μετά, μου έδειχνε στα πεζοδρόμια έναν άλλο, πολύχρωμο κόσμο με κιθάρες και αδέσποτα σκυλιά να διεκδικούν το μερίδιό τους από τις σακούλες με τα σάντουιτς που ήταν ακουμπισμένες σε αυτοσχέδιους πάγκους, μαζί με ένα πλήθος από ετερόκλητα αντικείμενα. Δεν ξέχασα ούτε μια φορά τις κάρτες μου στους τέσσερις μήνες που δούλεψα στο Ινστιτούτο. Ούτε καν όταν γνωρίστηκα πια με τους θυρωρούς και μου έλεγαν ιστορίες για την οικογένειά τους ενόσω εγώ έψαχνα στην τσάντα μου για την σωστή κάρτα, γιατί στο μεταξύ είχε πολλαπλασιαστεί ο αριθμός τους. Και ακολούθησα δυο πορείες παράλληλες. Η πρώτη ήταν εύκολη και αφορούσε την επιβεβαίωση της δικής μου φυσικής παρουσίας στον μικρό χώρο με το παράθυρο στον ακάλυπτο που μου είχαν διαθέσει: σήκωσα μια μέρα τη φωνή και το ανάστημα και είπα στους «συνεργάτες Καθηγητού» να κάνουν αλλού τα τηλεφωνήματά τους και να μην τολμήσουν να ξαναγγίξουν τον υπολογιστή μου. Αυτό ήταν. Είχε φύγει στο μεταξύ για την πατρίδα του και ο συγκάτοικός μου στο γραφείο και χόρτασα μοναξιά. Η δεύτερη πορεία, όμως, ήταν δύσβατη κι η έκβαση της αβέβαιη, γιατί ήταν πια ο «μικρός χώρος» που λαχταρούσα να τον δω να επιβεβαιώνει τη δική του φυσική παρουσία. «Πόσοι απόμειναν;», αναρωτιόμουνα και μέσα από το μέτρημα έτρεμα μήπως τους πνίξει κι αυτούς η υλική κατασκευή της Νομικής Σχολής και οι σιωπηρές ιδεολογικές παραδοχές περί νόμου και τάξης, εσωτερικού εχθρού, κατάρτισης και αγοράς εργασίας που ενσωμάτωνε – μήπως στ’ αλήθεια δεν το ήξερα; Πού ζούσα τόσα χρόνια; Την μέρα των εκλογών που κέρδισε ο Berlusconi σκότωνα την ώρα μου μπαινοβγαίνοντας σε κινηματογραφικές αίθουσες μέχρι το βράδυ, όταν άρχισε η ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, που τα παρακολούθησα με μια μικρή ομάδα μεταπτυχιακών φοιτητών. Πλησίαζε ο Ιούλιος και η Σύνοδος των 9 στη Γένοβα και τους υποσχέθηκα ότι θα γυρίσω στην Ιταλία, ότι θα ξαναβρεθούμε στη Γένοβα, στη διαδήλωση, ανάμεσα στο χρωματιστό πλήθος. Το τελευταίο μου βράδυ μου στην Μπολόνια το πέρασα σε ένα περιφερειακό φεστιβάλ της Unità[5] - όταν μου πρότειναν να πάμε δεν πίστευα στ’ αυτιά μου, γινόταν ακόμα τα φεστιβάλ της Unità; Ήταν σαν να βλέπαμε ένα αγαπημένο έργο σε ξεθωριασμένη κόπια. Φάγαμε πάλι στους ξύλινους πάγκους φαγητά μαγειρεμένα απ’ τους οργανωτές του φεστιβάλ, ήπιαμε κόκκινο κρασί, περιδιαβήκαμε το χώρο του βιβλιοπωλείου και είδαμε σκηνές από το Sacco και Vancetti. Αναμασούσαμε κοινοτοπίες αλλά την περισσότερη ώρα μέναμε αμήχανα σιωπηλοί - ήμουνα με τον συγγραφέα του άρθρου που, χρόνια πριν, με είχε κάνει να σκεφθώ πως ναι, μάλλον στάθηκα τυχερή, καμιά ρήξη, καμιά ασυνέχεια, το ίδιο κόκκινο νήμα θα μπορούσε να τα συνδέει όλα, αυτά που ανήκαν στο παρελθόν κι αυτά που ανήκαν το παρόν μου. Χωρίσαμε στην πόρτα του σπιτιού μου. «Δεν θα χαθούμε, βέβαια» * Περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Vivere pericolosamente», εκδ. Αντίκτυπος [1] Οι πύργοι Degli Asinelli και Garisenda [2] Pietà, του Nicolo dell’ Arca [3] «Φυσικό ή αεριούχο;» [4] DAMS: Τμήμα τεχνών, μουσικής και θεάματος [5] Εφημερίδα, πρώην επίσημο όργανο του Ιταλικού Κομουνιστικού Κόμματος
[εικόνα: "i canali di Bologna",

2 σχόλια:

  1. Oraio keimeno.

    Na 'tolmiso' na rotiso ti kanoun oi ekkolaptomenoi egklimatologoi stin Ellada simera? Isos telika to erotima na min einai toso tolmiro. Den einai oloi 'synergates kathigitou', sosta?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Όχι, δεν είναι όλοι. Ούτε ο πανεπιστημιακός χώρος αποπνέει ακόμα αυτήν την αίσθηση "αποστείρωσης" που σχεδόν αλλοίωνε τα χαρακτηριστικά εκείνων των νεαρών, έτσι ώστε τώρα να μην θυμάμαι τα πρόσωπά τους κι ας θυμάμαι με κάθε λεπτομέρεια τη διάταξη των αντικειμένων στον μικρό μου χώρο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή