Κυριακή, 3 Μαΐου 2009

this is a man' s world 1

Κάθε συγκεκριμένο πολιτισμικό περιβάλλον παράγει μία ορισμένη «γνώση» του εγκληματία, η οποία διαχέεται σε διαφορετικές μορφές του λόγου, από τον επιστημονικό λόγο ως τις εφημερίδες, από τα τηλεοπτικά μέσα ως τις μυθοπλαστικές αφηγήσεις. Oι αναπαραστάσεις αυτού του είδους διαδραματίζουν, μεταξύ άλλων, ένα ρόλο μέσα στην κοινωνία ο οποίος συνίσταται στον προσανατολισμό της δημόσιας ηθικής (Melossi, D., 1999: 24, ‘Η κοινωνική θεωρία και οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις του εγκληματία’, στο Α..Κουκουτσάκη, επιμ., Εικόνες Εγκλήματος, Αθήνα: Πλέθρον)*
Τhis is a man' s world και στον λόγο περί εγκληματικότητας και εγκλεισμού. Λέμε "εγκληματίες" και η εικόνα που ανακαλούμε είναι του άνδρα παραβάτη του νόμου. Λέμε κρατούμενοι, σπάνια κρατούμενες και μόνον αν κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο μέσα από κινητοποιήσεις. Είναι χαρακτηριστικό [αν και όχι ενδεικτικό με βάση την διεθνή εμπειρία] ότι στην Ελλάδα ουσιαστικά δεν υπαρχουν γυναικείες φυλακές πλην του Ελαιώνα, και οι γυναίκες που δεν χωράνε εκεί "φιλοξενούνται" σε παραρτήματα ανδρικών φυλακών, με ό, τι συνεπάγεται αυτό στο επίπεδο των υποδομών και της κάλυψης των ιδιαίτερων γυναικείων αναγκών στη διάρκεια του εγκλεισμού [εντελώς ενδεικτικά, αναφέρω την έλλειψη εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας με την παρουσία γυναικολόγου]. Γενικότερα όμως θα μπορούσε να πει κανείς ότι το ενδιαφέρον το οποίο παρουσιάζει το ζήτημα της γυναίκας κρατούμενης έγκειται ακριβώς στην, επί της ουσίας, απουσία της από τον δημόσιο λόγο περί φυλακής. Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί η Maureen Cain, τόσο ο επιστημονικός λόγος, όσο και ο χώρος των θεσμών της ποινικής δικαιοσύνης θεμελιώνεται εξ ορισμού σε ανδροκεντρικά επιχειρήματα, καθώς γνώμονας παραμένει η ανδρική εγκληματικότητα και η θεσμική της διαχείριση και η γυναίκα ή το κορίτσι εγκληματίας αντιμετωπίζονται ως Άλλος, που υπάρχει μόνον στο βαθμό που διαφοροποιείται από τον άνδρα εγκληματία (Cain, 1990:2, “Towards Transgression: new directions in feminist criminology” στο International Journal of the Sociology of Law, n. 18). Έτσι, και στο επίπεδο των αναπαραστάσεων, δεσπόζουσα παραμένει η εικόνα ότι η εγκληματικότητα είναι τυπικά ανδρική δραστηριότητα, καθώς δεν κατάφερε να παγιωθεί στον δημόσιο χώρο ένας «γυναικοκεντρικός» λόγος περί εγκληματικότητας και ποινής, τον οποίο εισηγείται τις τελευταίες δεκαετίες η φεμινιστική εγκληματολογία.[1] Αυτήν την εικόνα ενισχύει και το γεγονός της μικρής παρουσίας της γυναίκας στους τιμωρητικούς θεσμούς, στον βαθμό που θα δεχθούμε ότι η εγκληματολογική θεώρηση, ο λόγος περί εγκλήματος και εγκληματία συνυφαίνεται με την σφαίρα της ποινής στην ποσοτική και ποιοτική έκφρασή της[2] Παράλληλα, η εστίαση της εγκληματολογικής θεωρίας και έρευνας στην ανδρική εγκληματικότητα, [3] καταλήγει στο να συγκροτεί έναν ιδιαίτερο λόγο περί της γυναίκας εγκληματία· ένα λόγο ο οποίος αναπαράγει τη θεμελιακή διάκριση μεταξύ φύσης και κουλτούρας -η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι στη φύση της γυναίκας-, ενώ προϋποθέτει ότι η διαπαιδαγώγηση των γυναικών εντός ενός εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου τις εντάσσει, ηθικά και συναισθηματικά, σε πιο «ήπιες» μορφές κοινωνικού ελέγχου, οικιακού τύπου. Μ' αυτή την έννοια και η ρητορική που εντοπίζει την πηγή της γυναικείας «μη συμμόρφωσης» στο βιολογικό [η εγκληματική συμπεριφορά δεν είναι στη φύση της γυναίκας] ενεργοποιεί έναν ιδεολογικό άξονα περί γυναικείας εγκληματικότητας ως «πράξης ενάντια στην γυναικεία φύση»· έναν λόγο που συγκροτείται στη βάση της αποδόμησης της κοινωνικά κυρίαρχης αντίληψης περί του «τι συνιστά την πρέπουσα συμπεριφορά» σύμφωνα με τα στερεοτυπικά αποδιδόμενα χαρακτηριστικά στη γυναίκα. Αν, λοιπόν, η εγκληματικότητα θεωρείται κατά κύριο λόγο ως ανατροπή της κοινωνικά προσδοκώμενης γυναικείας συμπεριφοράς, και η ποινή θα πρέπει να προσβλέπει στην επαναπροσαρμογή της γυναίκας παραβάτη του νόμου στην γυναικεία κανονικότητα. Πράγματι, πολύ συχνά τα ιδρύματα που υποδέχονται γυναίκες κρατούμενες έχουν μάλλον χαρακτήρα αναμορφωτηρίου, παρά φυλακής, καθώς η «σωφρονιστική μεταχείριση» συνίσταται στην εξοικείωση της γυναίκας με οικιακές εργασίες, στόχο του οποίου η επίτευξη αποτελεί το maximum της αναμόρφωσης. Η παρατήρηση αυτή είναι όμως σχετική καθότι συναρτημένη με κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα: πολύ συχνά, εθνικά ή φυλετικά χαρακτηριστικά της γυναίκας εγκληματία την εξομοιώνουν απολύτως με τον άνδρα. Η Nicole Rafter, αναφερόμενη στην ποινική μεταχείριση των μαύρων γυναικών, σημειώνει ότι αυτές διοχετεύονταν πιο εύκολα σε ιδρύματα με αυστηρό πειθαρχικό καθεστώς κράτησης. Αυτή η διαφορετική ποινική μεταχείριση συντελούσε σε μια διαφορετική αναπαράσταση της μαύρης-γυναίκας-εγκληματία ως ενσάρκωσης μιας «ετερότητας» σε σχέση με τους ορισμούς της γυνακείας φυσιολογικότητα:
Οι μαύρες γυναίκες ήταν σε μειονεκτική θέση τόσο λόγω φυλής, όσο και λόγω φύλου. Καθώς προσλαμβάνονταν ως περισσότερο κοντινές στο ανδρικό πρότυπο, στέλνονταν πιο εύκολα στις φυλακές, θεσμούς που είχαν τυπικά ανδρικό χαρακτήρα [Rafter, 1998: 414, “Gender, Prison and Prison History”, στο Melossi, D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment, Ashgate, Dartmouth]
Αν, ωστόσο, θα πρέπει να αναζητήσουμε τον πυρήνα της αναπαράστασης της γυναικείας εγκληματικότητας στον χώρο του επιστημονικού λόγου και των ποινικών πρακτικών, κατά έναν επιφανειακά παράδοξο τρόπο θα πρέπει να αναδείξουμε ένα χαρακτηριστικό των ποινικών πρακτικών το οποίο αφορά εξίσου άνδρες και γυναίκες εγκληματίες. Το γεγονός, δηλαδή, ότι τόσο η εγκληματικότητα –γυναικεία ή ανδρική-, όσο και οι αναπαραστάσεις της συναρτώνται άμεσα με τις ίδιες τις ποινικές πρακτικές και την επιλεκτικότητα που ιστορικά χαρακτηρίζει τους τιμωρητικούς θεσμούς. Με τα λόγια του Melossi:
Νομίζω ότι θα πρέπει να εμβαθύνουμε περισσότερο στο σημείο σύνδεσης του φύλου με αυτά της κοινωνικής τάξης και της εθνότητας. Στο παρελθόν οι φυλακές προορίζονταν για την εργατική τάξη και σήμερα, όλο και περισσότερο, για ένα «κοινωνικό-πολιτισμικό περιθώριο» («underclass»). Τόσο η εργατική τάξη του παρελθόντος, όσο και το σύγχρονο περιθώριο γίνονται αντιληπτά ως συνδεδεμένα με ανδρικές εικόνες (προσλήψεις σκληρότητας, έλλειψη «πολιτισμένων» τρόπων κ.ο.κ.). Όπως δείχνει το παραπάνω παράδειγμα της μίσθωσης εργασίας κρατουμένων,[4] μόνον άλλες γυναίκες – δηλαδή οι γυναίκες των άλλων – μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ανήκουν σ’ αυτή το πλαίσιο, ως εκ τούτου μπορεί να στέλνονται στη φυλακή. Οι «δικές μας», όχι. Ακόμα κι αν κάποια στιγμή εισήλθαν στη σφαίρα της οικονομίας και της πολιτικής, τις γυναίκες «μας» τις βλέπουμε ακόμα να υπάγονται, ηθικά και συναισθηματικά, στην ιδιωτική (ιδιοκτησιακή;) σφαίρα της οικογένειας και της οικογενειακής ζωής. Οι γυναίκες, οι νοικοκυρές, θεωρούνται εντέλει η επιτομή του πολιτισμού […] Η διαπαιδαγώγηση των γυναικών, με άλλα λόγια, δεν είναι τέτοια που να απαιτεί την άγρια τελική επεξεργασία τους στο πλαίσιο του δικαστηρίου και της φυλακής – εκτός βέβαια από αυτές τις (λίγες) γυναίκες που τοποθετούνται, ή τις τοποθετούν, καθαρά εκτός του εθνοκεντρικού οικογενειακού πλαισίου: πόρνες, τοξικομανείς, αυτές που ανήκουν σε αποκλεισμένες εθνικότητες, πολιτικά εξεγερμένες [Melossi, 1998: xvii, "Introduction", στο Melossi D. (εισαγωγή- επιμέλεια), The Sociology of Punishment: Socio- Structural Perspectives, Aldershot: Ashgate]
* Οι σκέψεις αυτές αναφέρονται εν πολλοίς στο άρθρο μου "Η γυναίκα εγκληματίας στο δημόσιο χώρο: Αναπαραστάσεις της γυναικείας εγκληματικότητας" [στο Ψύλλα, Μ. 2009, (επιμέλεια), Δημόσιος χώρος και φύλο, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γιώργος Δαρδανός] Θα ακολουθήσει ανάρτηση με ειδικότερη αναφορά στο έγκλειστο γυναικείο σώμα, στα ζητήματα που ανέδειξαν οι κινητοποιήσεις των γυναικών κρατούμενων στις ελληνικές φυλακές -κινητοποιήσεις που σημαδεύτηκαν από τον θάνατο της Κατερίνας Γκουλιώνη-, στην ιστορία της νεαρής Χριστίνας που θα αποφυλακιστεί τον Ιούνιο , στις ιστορίες ανώνυμων γυναικών που προετοιμάζονται να βγουν ως "τελικό προϊόν" της κατασταλτικής μηχανής. [1] Η φεμινιστική εγκληματολογία εμφανίζεται με το δεύτερο κύμα του φεμινιστικού κινήματος (δεκαετία του ’70). Στις πιο σύγχρονες εκδοχές της αντιπαραθέτει στις συμβατικές αιτιολογικές προσεγγίσεις τις πολιτισμικές θεωρίες περί κοινωνικής κατασκευής του φύλου, ενώ προβληματοποιεί τους θεσμούς της ποινικής δικαιοσύνης αναδεικνύοντας τις προκαταλήψεις που συνεπάγεται η ανδροκεντρική δομή τους. Οι ειδικότερες προσεγγίσεις της φεμινιστικής εγκληματολογίας κατατάσσονται σε φιλελεύθερες, ριζοσπαστικές, μαρξιστικές και μεταμοντέρνες (Daly, 2006: 205 κε, Αποσπόρη, 2006: 50) [2] «Πρόκειται, δηλαδή, για την ίδια κοινωνική διαδικασία, όπου οι μεταβαλλόμενες αναπαραστάσεις που παράγει η κοινωνία - και οι εγκληματολόγοι για την κοινωνία - σχετικά με τον εγκληματία, προσανατολίζουν την κοινωνική δράση του τιμωρητικού συστήματος επηρεάζοντας τα ποσοστά εγκλεισμού, τα οποία, με τη σειρά τους, επηρεάζουν την ποιότητα της αναπαράστασης…» (Melossi, 1999: 27, 28) [3] Ήδη στις απαρχές της εγκληματολογίας ως αυτόνομης επιστήμης, η γυναικεία εγκληματικότητα διαχωρίστηκε από την ανδρική, μέσα από ένα λόγο που κατασκεύαζε το υποκείμενο «γυναίκα εγκληματίας» εγκλωβισμένο στο πλαίσιο ενός βιολογικού ντετερμινισμού: ο θεωρούμενος ως πατέρας της εγκληματολογίας, ο ιταλός γιατρός Cesare Lombroso, αφιέρωσε στο θέμα μια εξειδικευμένη μελέτη, το έργο La donna delinquente, la prostituta e la donna normale (Η γυναίκα εγκληματίας, η πόρνη και η φυσιολογική γυναίκα) το οποίο συνέγραψε με τον Guglielmo Ferrero (1893). Έκτοτε η ενασχόληση με την γυναικεία εγκληματικότητα υπήρξε περιθωριακή και εγκλωβισμένη στις παραδοχές ενός πατριαρχικού μοντέλου που εξοστρακίζει την γυναίκα από τη δημόσια σφαίρα, κατά συνέπεια και τις ευκαιρίες εμπλοκής της σε παράνομες δραστηριότητες. Πράγματι η διερεύνηση του θέματος στο πλαίσιο της παραδοσιακής εγκληματολογίας παρέμεινε εστιασμένη σε συγκεκριμένες κατηγορίες παραβάσεων που αφορούν κατά κύριο λόγο την γυναικεία σεξουαλικότητα, ενώ το θέμα δεν εμφανίζεται καν σε μεγάλους σταθμούς της εγκληματολογίας όπως είναι η αμερικάνικη κοινωνιολογική παράδοση ή οι εγκληματολογικές θεωρίες της κοινωνικής σύγκρουσης [4] Η αναφορά είναι σε ένα παράδειγμα διαφορετικής ποινικής μεταχείρισης λευκών και έγχρωμων γυναικών, όπου η μίσθωση κρατουμένων για να εργασθούν στην κατασκευή σιδηροδρομικών σταθμών φέρεται ως κάτι αδιανόητο για λευκές γυναίκες. Το παράδειγμα αναφέρεται στο Rafter (1985: 413, Partial Justice: Women in State Prisons, 1800-1935, Boston: Northeastern University Press)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου