Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

Ο χρόνος

Σε μια αίθουσα του Παντείου, χρόνια τώρα διαβάζω ένα graffiti, γραμμένο ακριβώς απέναντι απ' την έδρα: Αν μαθαίνεις χωρίς επιθυμία, ξεμαθαίνεις να επιθυμείς 
Ο χρόνος ως τόπος της ου-τοπίας
Λέω πως είμαι από τους τυχερούς αυτής της ζωής γιατί αξιώθηκα να ζήσω στην Ιταλία ένα μεγάλο μέρος της δεκαετίας του '70. Μεταπτυχιαχή φοιτήτρια εγκληματολογίας αλλά η εγκληματολογία έγινε δευτερεύον ζήτημα κι ας ήμουνα αυτό που λέμε καλή φοιτήτρια. Γιατί τα μεγάλα και τα σπουδαία τα έζησα εκτός πανεπιστημιακών αιθουσών, εκούσια εσώκλειστη στην αριστερά που, μέσα από μια αναδρομική ματιά, ορίζεται πια ως ο πιο σημαντικός παράγοντας μιας όψιμης κοινωνικοποίησης βιωμένης με μια ανεπανάληπτη αίσθηση ελευθερίας -η ανανεωτική αριστερά μιας μαγικής δεκαετίας, σε μια νευρώδη κοινωνία που μας ωθούσε να ζούμε σε μεγέθυνση τις εξελίξεις, χορταστικά τους μύθους της.
Και μ' αυτό το προικιό, έχοντας επιστρέψει πια στην Ελλάδα, ήρθα κάποια στιγμή σε... μετωπική σύγκρουση με την πιο συγκροτημένη, την πιο ώριμη εκδοχή της μαρξιστικής εγκληματολογίας, αυτής που γεννήθηκε και τράφηκε στο ινστιτούτο Antonio Cicu της Νομικής Σχολής της Bologna. Στην πρώτη μου επαφή με την επιστημονική παραγωγή του Antonio Cicu, ένοιωσα περίπου όπως ο... Lombroso στη θέα του κρανίου του ληστή Villela που τον οδήγησε στην διάσημη θεωρία του περί εκ γενετής εγκληματία. Σε αναγκαία παράφραση [i]: "αυτό δεν υπήρξε απλώς μια ιδέα, αλλά μια αποκάλυψη. Στη θέα αυτών των κειμένων μου φάνηκε ότι άξαφνα τα είδα όλα φωτισμένα σαν απέραντο κάμπο κάτω από ένα φλεγόμενο ουρανό, το πρόβλημα της ποινής της φυλακής -ως αναγκαίο παρακολούθημα της καπιταλιστικής κοινωνίας και ο καπιταλισμός ως η μόνη οικονομική διαδικασία στην οποία μπορεί να υλοποιηθεί μια ποινή που υπολογίζεται με όρους χρόνου στέρησης ελευθερίας"[ii].
Κάπως έτσι έγινε, και πίστευα πως ήταν δύσκολο πια να σπάσει το κόκκινο νήμα που θα συνέδεε αυτό που ήμουνα κι αυτό που προσπαθούσα να γίνω. Φιλόξενο νησάκι το Antonio Cicu, ένα προστατευτικό κουκούλι καθώς η μια δεκαετία διαδεχόταν την άλλη κομίζοντας κοσμογονικές αλλαγές στο ίδιο πεδίο αναφοράς...
Ο χρόνος των βεβαιοτήτων, ο χρόνος της απουσίας
Κι εκεί που νόμιζα ότι πρέπει απλώς να αντιστέκομαι επαρκώς στη λαίλαπα των νέων θεωρητικών κατασκευών που ανακύκλωναν το επιχείρημα του Lombroso ή στις δεσπόζουσες παραδοχές περί νόμου και τάξης, εσωτερικού εχθρού..., την παγίδα μού την είχε στήσει ο χρόνος. Ο χρόνος που, με μια -απελπισμένη σχεδόν– διαθεσιμότητα, αυτή των «για πάντα» και των «ποτέ» της εφηβικής διαλέκτου, ανέτρεχα στα μυθικά ονόματα, στα μυθικά έργα του "αντι-εγκληματολογικού" εγχειρήματος, στις ατέλειωτες συζητήσεις που δυναμίτιζαν τις βεβαιότητες, στον χρόνο που γενναιόδωρα χαρίζαμε ο ένας στον άλλο. Για να αντλήσω επιχειρήματα, να μην πειστώ κι εγώ πως ό,τι αποτελούσε σημείο αναφοράς ήταν στην πραγματικότητα ένας παραμορφωτικός φακός που με εμπόδιζε να αντιληφθώ την πραγματικότητα που ζούσα. Κι ίσως πιο δύσκολο απ' όλα είναι ν' αντιλαμβάνεσαι ότι η ακαδημαϊκή δουλειά πάει τσάμπα, δεν έχει ακροατήρια αν δεν ενσωματώσεις σ' αυτήν το φλέγον [με ή χωρίς εισαγωγικά] ζήτημα της κατάρτισης και της απόκτησης δεξιοτήτων για την ένταξη στην αγορά εργασίας.
Κάπου εκεί ένοιωσα να έχω χάσει την πεμπτουσία της εμπειρίας που όρισα ως όψιμη κοινωνικοποίηση, δηλαδή την αίσθηση ελευθερίας που υποχωρούσε σταδιακά καθώς συμφιλιωνόμουνα με την ιδέα ότι η άμυνα είναι καλύτερη απ' την επίθεση αν είναι να χάσεις το έδαφος κάτω απ' τα πόδια σου. Με την ιδέα να συλλαβίζω τη νέα διάλεκτο που είχε στρογγυλάδες εκεί που εγώ θυμόμουνα αιχμές. 
Ο χρόνος παγίδα
Αλλά κι εκείνη η ανιδιοτέλεια, η γενναιοδωρία και η φροντίδα με την οποία βιώναμε την πολιτική, όταν ο χρόνος δεν ήταν ποτέ αρκετός για τα σπουδαία και τα μεγάλα, δεν μπορεί παρά να ήταν ιστορικά, πολιτισμικά -ίσως και ηλικιακά!- προσδιορισμένη. Κι έτσι, σαν σύμπτωμα μιας παλιάς υγείας που επιμένει να αναζωπυρώνεται, τον χρόνο παγίδα τον εννοώ σαν α-διάθετο, σαν χρεωστούμενο χρόνο. Πολλές φορές έχω θυμώσει με την ευκολία του πολιτικού επιχειρήματος /σλόγκαν, με την έτοιμη, εύκολη απάντηση, την αποστομωτικά αδούλευτη απέναντι στην πρό[σ]κληση να "ξαναδούμε το θέμα". Ακόμα πιο πολλές φορές έχω θυμώσει που δεν προκάνουμε να φτιάξουμε καινούργια και βολευόμαστε με τα έτοιμα, με ευφάνταστες φραστικές ακροβασίες και με παντός καιρού επιχειρήματα. Και άπειρες φορές έχω θυμώσει με την κανονικότητα τού "πρώτα καβατζώνομαι ως στέλεχος και μετά βλέπουμε τι κάνω και ως αριστερός". Χωρίς υποσημειώσεις και βιβλιογραφίες, γιατί ο χρόνος παγίδα είναι καθαρή συνθήκη: δεν αξιώνεις τον άλλο με τον χρόνο σου, τον τσιγκουνεύεσαι, δεν την προσέχεις καν την πρό[σ]κληση να "ξαναδούμε το θέμα", η αλήθεια σου είναι τόσο συμπαγής και αυταπόδεικτη, που κακό του κεφαλιού του εκείνου που δεν το αντιλαμβάνεται με την πρώτη.
Κι έτσι η πεμπτουσία του χρόνου παγίδα καταλήγει να είναι η χρονοδιαμόρφωση της κατευθυνόμενης πορείας προς την "πολιτικά ορθή" κανονικότητα: Ο χρόνος παγίδα γίνεται αντίστοιχος του χρόνου στέρησης της ελευθερίας και η σχιζοφρενική αντίφαση είναι ότι το πρόταγμα είναι ακριβώς η ελευθερία! Αυτή που στερείς απ' τον συνομιλητή, γιατί δεν τον αξιώνεις με χρόνο ελευθερίας αλλά του επιβάλλεις χρόνο συμμόρφωσης.
Κομμάτι της αντίφασης κι εγώ. Με τους ίδιους σχεδόν όρους. Από θέση άμυνας.
Ο χρόνος δώρο ελευθερίας
Κάπως, λοιπόν, σαν την αίτηση αναστολής έκτισης μιας ποινής ορίζω το δώρο ελευθερίας, όπου εναλλάξ είσαι είτε ο αιτών είτε αυτός που θα αποφασίσει επί της αίτησης, ο κομίζων ή ο αποδέτης του δώρου. Ως κομίζων, που φοβάσαι ότι θα κάνει κατάχρηση του δώρου ο αποδέτης του ή ότι είναι ανάξιος να του προσφερθεί. Ως αποδέκτης, που δεν αναγνωρίζεις καν ότι υπάρχει ο κομίζων για να τον αξιώσεις με την επιθυμία σου. Εναλλάξ. Φύλακας και τρόφιμος στις μικρές αόρατες φυλακές που εγκλείουν τον χρεωστούμενο χρόνο στον τόπο των ετοιμοπαράδοτων fast food βεβαιοτήτων.

[i] Το αυθεντικό κείμενο είναι: [Α]υτό δεν υπήρξε απλώς μια ιδέα, αλλά μια αποκάλυψη. Στη θέα αυτού του κρανίου μου φάνηκε ότι άξαφνα τα είδα όλα φωτισμένα σαν απέραντο κάμπο κάτω από ένα φλεγόμενο ουρανό, το πρόβλημα της φύσης του εγκληματία – μια αταβιστική φύση που αναπαρήγαγε τα άγρια ένστικτα της πρωτόγονης ανθρωπότητας και των κατώτερων ειδών του ζωικού βασιλείου (Lombroso, l’ uomo criminale, 1867, όπως αναφέρεται στο Sapsford, R.J., 1981: 311 “Individual deviance: the search for the criminal personality”, στο The “Issues in Crime and Society” Course Team, Crime and Society, London: Routleledge &Kegan Paul σε συνεργασία με το Open University Press)
[ii] Η αναφορά είναι στο κείμενο του Dario Melossi, “The Penal Question in «Capital»” στο Platt T. & P.Takagi (επιμ.), Crime and Social Justice, Macmillan, 1981, στο οποίο η περίοδος της πρωταρχικής συσσώρευσης αναλύεται ως η "ειδική καπιταλιστική μήτρα του ποινικού συστήματος" (πρώτη δημοσίευση στο Dei delitti e delle pene, το 1975). Στο μεταγενέστερο, Melossi & Pavarini (1977), Carcere e fabbrica [Bologna: il Mulino], η ανάλυση συναρθρώνει τη λειτουργία των πρώτων σωφρονιστηρίων και των ιδρυμάτων εργασίας [ως βοηθητικών θεσμών της καπιταλιστικής ανάπτυξης] μ' αυτή της μετέπειτα φυλακής: δεν είναι τυχαία, υποστηρίζουν, η σύνδεση και η αλληλεξάρτηση των ιστορικών καταβολών της φυλακής και του εργοστασίου, καθώς η βασική λειτουργία τόσο αυτών των πρώτων ιδρυμάτων όσο και της φυλακής αργότερα, των οποίων κοινό χαρακτηριστικό είναι η ιεραρχία και η υποταγή, ήταν να εκπαιδευτεί ο έγκλειστος στην πειθαρχία του εργοστασίου. Η σχέση μεταξύ φυλακής και εργοστάσιου, στην ανάλυση των Melossi & Pavarini, εκπορεύεται και από το γεγονός ότι η ποινή της φυλάκισης, η στέρηση χρόνου ελευθερίας ως αυτόνομη ποινή, εμφανίζεται μόνον στον καπιταλισμό: "Η ιδέα της στέρησης χρόνου ελευθερίας, προσδιορισμένου κατ' αφηρημένο τρόπο, μπορεί να υλοποιηθεί μόνον στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής, δηλαδή σ' αυτή την οικονομική διαδικασία όπου όλες οι μορφές κοινωνικού πλούτου ανάγονται στην πιο απλή και αφηρημένη μορφή της ανθρώπινης εργασίας, η οποία μετριέται με το χρόνο" (D. Melossi, M. Pavarini, 1977: 242-3). Οι σχετικές αναφορές είναι στο έργο του Σοβιετικού νομικού E.Pasukanis, Γενική Θεωρία του Δικαίου και Μαρξισμός (πρώτη έκδοση Μόσχα, 1924), σύμφωνα με τον οποίο πλήρη ανάπτυξη του Δικαίου έχουμε μόνον στην εμπορευματική κοινωνία και κατ' εξοχήν στην κοινωνία καθολικής παραγωγής εμπορευμάτων, δηλαδή την καπιταλιστική, στην οποία η νομική μορφή, το Δίκαιο, ρυθμίζει τη σφαίρα της κυκλοφορίας, της ανταλλαγής ισοδυνάμων. H στέρηση της ελευθερίας ως αυτόνομη ποινή αντιστοιχεί στην έννοια της ανταλλαγής ισοδυνάμων: ο υπολογισμός της ποινής με χρονικούς όρους δεν είναι δυνατός παρά μόνον σ' ένα σύστημα όπου ολοκληρώνεται η έννοια της ανθρώπινης εργασίας μετρούμενης με το χρόνο (μισθωτής εργασίας). Η υπόθεση την οποία εισηγούνται οι Melossi & Pavarini, είναι ότι στην καπιταλιστική κοινωνία η αναλογία εγκλήματος - ποινής (υπολογιζόμενης με χρονικούς όρους), αντιστοιχεί στην αρχή της ανταλλαγής ισοδυνάμων, καθώς ο χρονικός υπολογισμός της ποινής γίνεται δυνατός μόνον όταν στην ποινή προσδίδεται ένα τέτοιο περιεχόμενο, στέρησης χρόνου εργασίας. Έτσι, σε μια κοινωνία βασισμένη στην ανταλλαγή, όπου οποιοδήποτε αγαθό αξιολογείται οικονομικά, ο χρόνος-χρήμα (με την έννοια του χρόνου εργασίας) που θα ξοδευτεί στη φυλακή μπορεί να αποκαταστήσει την προκληθείσα πράξη βλάβη.
Κάπως υπερβολική η έκταση των υποσημειώσεων αλλά ούτε για αστείο αντίστοιχη της έντασης της εμπειρίας που ήταν για μένα η αντιπαράθεση αυτού του λόγου περί ποινής με τον εργαλειακό λόγο στον οποίο ήμουνα συνηθισμένη...
[η εικόνα είναι από τη δ/ση: www.aboriginalaustralianart.com/paintings]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου