Πέμπτη, 2 Απριλίου 2009

Στον "ληστή" με το ποδήλατο...


...και το κλουβί με το καναρίνι  

Έληξε η αμφισβήτηση
Αποφανατίστηκαν οι επαναστάσεις
Καταγγέλθηκε η απάτη κάθε “πρωτοπορίας”
Μια οργιαστική Σιγή εβλάστησε σε όλες τις ρωγμές
Κοιτάξτε αυτούς τους νεαρούς των δεκαπέντε-δεκαεφτά χρονών
Κοιτάξτε τους καλά
Προσέξτε την Κατήφεια τους 
Την νευρική τους απάθεια, την σιωπή τους, την δύσαρθρη ομιλία τους, την δύσθυμη σκληρότητα τους 
Προσέξτε πόσο ακίνητος είναι αυτός ο Νέος Άνθρωπος 
Πόσον αμίλητο φόνο κουβαλάει μέσα του
Κι αν ακόμα δεν είναι αυτοί ο Συναγερμός, 
θα έρθουν παιδιά και έφηβοι που θα είναι προορισμένοι για τον Νέο Λόγο
Απλά, για τον Λόγο 
Για λέξεις που ποτέ δεν διαπράχθηκαν, για νοήματα που ποτέ δεν ορθολογήθηκαν, για εικόνες που ποτέ δεν μιλήθηκαν
Φοβηθείτε τους
Γ. Χειμωνάς, Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ, 1982

περί οργής και φόβου
Η ποινική ιδεολογία ακόμα και σήμερα δανείζεται από τον ντυρκαϊμιανό μύθο περί μιας κοινωνικής συνείδησης η οποία ενσωματώνει όλα τα μέλη της κοινωνίας, ειδικότερα κατά τη στιγμή της παραβίασης των κανόνων. Δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η πρόσληψη και ο καθορισμός ορισμένων συμπεριφορών ως εγκληματικών ή κοινωνικά αρνητικών στα πλαίσια της κυρίαρχης κουλτούρας ανταποκρίνονται πολλές φορές σε σημαντικά διαφορετικές αναπαραστάσεις (Baratta, 1989: 20, 21, "Αρχές της ελάχιστης ποινικής παρέμβασης. Για μια θεωρία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ως αντικειμένου και ορίου του ποινικού νόμου", στo Ελληνική Επιθεώρηση Εγκληματολογίας, τ. 3-4)


Ο David Garland, στο πολύ σημαντικό έργο του Punishment and modern society, αναφερόμενος στις πολιτισμικές διαστάσεις της ποινής, αναλύει πώς οι ποινικές διαδικασίες εγγράφονται σε ένα νοηματικό χώρο, τον οποίο μπορούμε να ορίσουμε ως ποινική κουλτούρα. Οποιοσδήποτε εξωτερικός παράγοντας επιχειρήσει να μεταβάλλει τις ποινικές πρακτικές (νόμος, πολιτικές επιταγές, οικονομικές αναγκαιότητες κ.ο.κ.), προκειμένου να είναι αποτελεσματικός θα πρέπει αρχικά να επενεργήσει σ’ αυτήν την ποινική κουλτούρα. Πρωταρχικοί φορείς αυτής της κουλτούρας είναι προφανώς τα άτομα που κατέχουν θεσμικό ρόλο στο πλαίσιο του ποινικού συστήματος (υπουργοί, αστυνομία, δικαστές, σωφρονιστικοί υπάλληλοι κ.ο.κ.). Κατά συνέπεια, μια σημαντική συνιστώσα των ποινικών πρακτικών είναι η διαμόρφωση αυτών των φορέων στο πλαίσιο του ευρύτερου πολιτισμικού περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται, στις επιδράσεις του οποίου κάθε άλλο παρά ανοσία αναπτύσσουν.
Αν επιχειρήσουμε να αναζητήσουμε κάποια κρίσιμα στοιχεία που επηρεάζουν την πολιτισμική ατμόσφαιρα των περισσότερων από τις σύγχρονες κοινωνίες, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε δύο δραματικά φορτισμένες κατηγορίες και την μεταξύ τους σχέση: φόβος και οργή. Σ’ έναν «εύφλεκτο» κόσμο, «οι κοινωνίες μας είναι υπέρμετρα κορεσμένες από μια μη αναγνωρίσιμη οργή», λέει ο Mike Davis σ’ ένα κείμενό του για τον ελληνικό Δεκέμβρη με τίτλο «Ο σπόρος της οργής» που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα iL Manifesto στις 19/12 του 2008. Και συνεχίζει: «Ο σπόρος της εξέγερσης έχει ήδη δώσει ξεκάθαρα τους καρπούς του, αλλά η αστική κοινωνία μόλις που αναγνωρίζει τη σοδειά». Σ' ένα συνεχές, λοιπόν, όπου η οργή τροφοδοτεί τον φόβο ως προνομιακό του αντικείμενο, η οργή επανορίζεται με όρους "επικίνδυνων ομάδων". Και μια ευάλωτη ηλικιακή κατηγορία καλείται για μια ακόμα φορά να παίξει τον ρόλο του εσωτερικού εχθρού. Να υποταχθεί, να παταχθεί ως εάν αυτό να ήταν το μέσο που θα αποκαθιστούσε την τάξη πραγμάτων και την διαρρηγμένη αίσθηση ασφάλειας. Αν λοιπόν δεχτούμε ότι η ποινή δεν είναι μόνον στρατηγικό αλλά και πολιτισμικό ζήτημα, καθώς συγκροτεί ταυτόχρονα μια διαδικασία επιβολής ελέγχου και μια σφαίρα έκφρασης κοινωνικών αξιών και συναισθημάτων (Garland, ό.π.), τότε μπορούμε να δούμε πώς η οργή συναρτάται με την "κοινωνική αταξία" με όρους αιτίου /αποτελέσματος και συσκοτίζεται η κοινή αφετηρία οργής και φόβου που εδράζεται στην ίδια την βία που χαρακτηρίζει τις οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις: η εκπειθάρχηση της οργής σημαίνει ταυτόχρονα εκπειθάρχηση του φόβου διαμέσου της εστίασής του στα παράγωγα και όχι στα αίτια μιας ενιαίας διαδικασίας. Στην «διακυβέρνηση διαμέσου της εγκληματικότητας», σύμφωνα με την ανάλυση του Melossi (2006), στην διακυβέρνηση με άλλα λόγια της ανθρώπινης συμπεριφοράς διαμέσου του φόβου.
Έτσι η οργή μοιάζει να εγγράφεται και στην ποινική κουλτούρα με όρους γενικευμένης ανομίας. Ο όρος «εξέγερση» [εκκωφαντικά παρούσα συνθήκη] πρακτικά αποσιωπάται και ιδεολογικά εξοστρακίζεται καθώς «η σοδειά της οργής» θα πρέπει να μεταφραστεί με βάση τις έννοιες και τους κανόνες της ποινικής διαδικασίας και να στριμωχτεί στους προσδιορισμούς της αντικειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος ή του βαθμού υπαιτιότητας του δράστη. Ο Hulsman είχε περιγράψει παραστατικά τη συνθήκη στο Άστοχες ποινές: «Όπως ακριβώς ένας χάρτης δεν είναι το έδαφος, έτσι και μια προβληματική κατάσταση είναι πάντοτε κατασκευασμένη – και αναγκαστικά αποδυναμωμένη – όταν αντιμετωπίζεται από κάποιο θεσμό, ένα οργανισμό ή ένα πρόσωπο. Έπεται ότι η εγκυρότητα της εν λόγω κατασκευής μπορεί να αμφισβητηθεί κάθε στιγμή». Για να περιγράψει σε άλλο σημείο του ίδιου έργου ένα [περίπου] αδιέξοδο της ποινικής διαδικασίας ακόμα και στις πιο «ειρηνικές» κοινωνικές συνθήκες: «Με βάση αυτήν την έρευνα [σημείωση: σχετικά με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (sentencing)] ανέπτυξα ένα ορθολογικό μοντέλο και επιχείρησα να εξετάσω πώς λειτουργούν στην πράξη οι αρχές του ποινικού συστήματος – που είναι ευρύτατα αποδεκτές από νομικούς και εγκληματολόγους – (αρχή της αναλογικότητας της ποινής με το έγκλημα, επικουρικότητα του ποινικού συστήματος, ακριβής πληροφόρηση γύρω από την προσωπικότητα του κατηγορουμένου κλπ.). Ένας συνεργάτης μου έβαλε αυτό το μοντέλο στον υπολογιστή. Κάθε φορά που θέλαμε να το εφαρμόσουμε σ’ ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, δοκιμάζαμε μια καταπληκτική εμπειρία. Ρωτούσαμε: «σ’ αυτή την περίπτωση … και στην άλλη … ποια είναι η αντίστοιχη ποινή;». Η μηχανή απαντούσε πάντοτε: «καμία ποινή». Ποτέ δεν βρισκόταν συγκεντρωμένες όλες οι προϋποθέσεις που απαιτούνται , ώστε το δικαστήριο να μπορέσει να απαγγείλει μια ποινή που, στο πλαίσιο του συστήματος, να θεωρείται δίκαιη!» Η δίκη του Γιώργου Βούτση Βογιατζή, ήταν μια εμβληματική περίπτωση των παραπάνω καθώς, στο μεγαλύτερο μέρος της, η διαδικασία έμοιαζε να προχωράει σε δυο παράλληλες διαδρομές, οι λόγοι κατήγορων και κατηγορούμενου ουδέποτε διασταυρώθηκαν κι αυτό φάνηκε να είναι η απολύτως φυσική συνέπεια του ρήγματος που τους χώριζε: η πολιτική αιτιολόγηση της πράξης [οργή] διαρρηγνύει εξ ορισμού τις κατασκευές «πρότερος έντιμος βίας», «χαρακτήρας κινήτρων», «προσωπικότητα δράστη», όλες τις κατασκευές κατευνασμού του φόβου. Ταυτόχρονα, η «δήλωση μεταμέλειας», ως εξ ορισμού ανέφικτο να αποσπασθεί, αναδεικνύει σ’ όλο του το μέγεθος τον τεχνικό /τυπικό χαρακτήρα της διαδικασίας, την αδυναμία να επιτευχθεί η αιτούμενη συναίνεση, το ανυπόστατο της δίκαιης ποινής. Δεν είναι παράδοξο, λοιπόν, το γεγονός ότι δεν αντιπαρατέθηκαν ούτε για μια στιγμή οι δυο «εκδοχές της αλήθειας». Συμβάδισαν παράλληλα για δυο μέρες για να κλείσει η ποινική διαδικασία με την επικύρωση της μοναδικής «αλήθειας», αυτής της δικαστικής απόφασης. Όλα τα άλλα συντελούνται στο σκιασμένο πεδίο μιας πολύ πιο σύνθετης και επώδυνης κοινωνικής διαδικασίας, προορισμένης να συρρικνώνεται και να υποκύπτει στην ισχύ των πραγματικών και συμβολικών αποτελεσμάτων που παράγει στο κοινωνικό πεδίο η θεσμική αλήθεια.
[εικόνα από τη δ/ση: http://farm3.static.flickr.com/2051/2538338924_c701b290a4.jpg?v=0]  
Έστειλα το κείμενο αυτό στην εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ και φιλοξενείται στο φύλλο της 12 Απρίλη 2009

1 σχόλιο:

  1. Βρήκα το κείμενο-σχόλιο που γράφτηκε με αφορμή τη δίκη του Γ. Βούτση εξαιρετικό. Εξαιρετικό τόσο ως προς τη συνθετική του ικανότητα όσο και ως προς το περιεχόμενό του, το οποίο κομίζει νέες προτάσεις (τουλάχιστον στα ελληνικά συμφραζόμενα) για μία κριτική ανάλυση που αφορά στα θέματα της ποινικής κουλτούρας. Έτσι λοιπόν, μέσα σε αυτά τα πλαίσια, «προσθέτω» μερικά σχόλια.
    Ο P Bourdieu στο «Η Δύναμη του Δικαίου: Στοιχεία για μια Κοινωνιολογία του Νομικού Πεδίου» (Επιθεώρηση Κοινωνικών Ερευνών, τευχ. 72, 1989) περιγράφει αρκετά αναλυτικά όλες εκείνες τις συλλογικές εργασίες εξιδανίκευσης του νομικού πεδίου που είναι προορισμένες να διαβεβαιώνουν, μέσα από τη μαγική αποτελεσματικότητα τους, ότι η απόφαση ενός δικαστή εκφράζει τη voluntas legis και όχι τη θεώρηση του κοινωνικού κόσμου που έχει ο ίδιος και η οποία δομείται τόσο από το είδος του πεδίου που του επιτρέπει να «μιλά», όσο και από τη θέση του μέσα σε αυτό. Η δικαστική κατάσταση λειτουργεί ως ένας θεσμισμένα ουδέτερος χώρος που αποσιωπά το γεγονός ότι εκείνη η εργασία της εκλογίκευσης που επιτρέπει στη δικαστική απόφαση να προαχθεί σε απόφανση, οφείλεται πολύ περισσότερο στις ηθικές και κοινωνικές διαθέσεις των φορέων της παρά στους καθαρούς κανόνες (normes) του δικαίου. Ή, με άλλα λόγια, η εφαρμογή του νόμου, δηλαδή το πρακτικό περιεχόμενο του νόμου που αναφαίνεται στην απόφαση, είναι η απόληξη μιας συμβολικής πάλης που παράγεται διαμέσου μιας κρίσης και η οποία εδράζεται σε ένα νομικό, εν προκειμένω δικαστικό, Habitus. Τα συστήματα εθισμών και έξεων (Habitus) λειτουργώντας αφενός ως συλλογικές αναπαραστάσεις και αφετέρου ως θεμελιωτικά δεδομένα τάξης και κοινωνικών πρακτικών είναι αυτά που επιτρέπουν στο νομικό πεδίο, όπως και σε κάθε πεδίο, να λειτουργήσει δια των υποκειμένων του: να εξάρει και να εφαρμόσει ερμηνείες, να επιτελέσει ιστορικοποιήσεις κανόνων, να παράξει δικαστικές αποφάνσεις.
    Η σύντομη, έως απλοϊκή, αναφορά στο κείμενο του Bourdieu συνίσταται στη σχέση με το πείραμα του Hulsman. Αυτή η σχέση οργανώνεται γύρω από το εξής σημείο: τα μηχανήματα δεν έχουν Habitus ή εάν είχαν, τότε οι ποινές θα ήταν «εύστοχες». Τα μηχανήματα δεν μπορούν να λειτουργήσουν ως υποκείμενα και επομένως δεν έχουν εκείνο τον εξοπλισμό που θα τους επιτρέψει να κάνουν κρίσεις, δηλαδή να ερμηνεύσουν. Η ερμηνεία, συστατική διαδικασία του νομικού πεδίου-ερμηνεία τόσο των ποινικών κανόνων όσο και η δικαστική ερμηνεία του εκάστοτε περιστατικού-, δεν αποτελεί ανακάλυψη ενός νοήματος, δεν συνιστά εξεύρεση δικαίου ή αλήθειας μέσω μιας ποινικής αριθμητικής, αλλά προβολή νοήματος σε μια ποινική κουλτούρα κατά Garland. Αυτή την προβολή τα μηχανήματα εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να την επιτύχουν.
    Έτσι, εάν το νομικό πεδίο είναι ο προνομιακός τόπος παραγωγής της ποινικής κουλτούρας τότε κάθε τιμωρία που επιβάλλεται εγγράφεται σε ένα νοηματικό χώρο ο οποίος κοινωνεί νοήματα που οφείλουν να είναι δεμένα με το γεγονός του δικαίου. Νομίζω ότι η «παρούσα» ιστορική συγκυρία επιτάσσει μια συγκεκριμένου τύπου ανάλυση που θα αναδείξει την αδυνατότητα της δίκαιης ποινής. Όχι τόσο για να την καταργήσει αλλά για να καταγράψει την επίφαση του δικαίου της.

    ΑπάντησηΔιαγραφή